Sunday, 21 June 2026

Η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική

Η ΠΕΕΔΝΕ δεν ανήκει σε κανέναν


Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές, λάβαμε ένα κείμενο το οποίο επιχειρεί να δημιουργήσει κλίμα αμφισβήτησης γύρω από την εκλογική διαδικασία, επικαλούμενο ζητήματα διαφάνειας, μητρώου μελών και διαδικασιών ταυτοποίησης.

Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Όταν τέσσερις ημέρες πριν από τις εκλογές επιχειρείται η δημιουργία αμφιβολιών και η καλλιέργεια κλίματος δυσπιστίας, είναι εύλογο να γεννώνται ερωτήματα για τις πραγματικές σκοπιμότητες αυτής της παρέμβασης.

Η επίκληση της διαφάνειας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται επιλεκτικά και κατά περίπτωση.

Εάν πράγματι κάποιοι επιθυμούν την απόλυτη εφαρμογή του καταστατικού, τότε οφείλουν να αποδεχθούν και έναν πλήρη αναδρομικό έλεγχο όλων των προηγούμενων εκλογικών διαδικασιών στις οποίες συμμετείχαν και οι ίδιοι.

Οφείλουν να απαντήσουν:

  • Εφαρμόστηκαν τότε με την ίδια ευλάβεια όλες οι καταστατικές προβλέψεις;

  • Είχε ελεγχθεί πλήρως το μητρώο των μελών;

  • Υπήρχε πλήρης καταγραφή όλων των οικονομικών υποχρεώσεων;

  • Είχαν ελεγχθεί τυχόν παλαιότερες οφειλές;

  • Ψήφισαν μέλη που δεν είχαν προηγουμένως τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις τους;

Δεν μπορεί κάποιοι να εμφανίζονται σήμερα ως αυστηροί θεματοφύλακες της νομιμότητας, όταν επί σειρά ετών οι ίδιες διαδικασίες δεν αποτελούσαν αντικείμενο αντίστοιχης ευαισθησίας.

Είναι επίσης εύλογο να αναρωτηθεί κανείς γιατί τέτοιου είδους αμφισβητήσεις εμφανίζονται πάντοτε την τελευταία στιγμή και γιατί συνοδεύονται από μια προσπάθεια δημιουργίας κλίματος δυσπιστίας απέναντι σε συναδέλφους και στις ίδιες τις διαδικασίες.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι τέτοιες πρακτικές σπάνια εμφανίζονται τυχαία. Συνήθως προέρχονται από ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τους μηχανισμούς που επικαλούνται, είτε επειδή τους υπηρέτησαν, είτε επειδή τους διαχειρίστηκαν, είτε επειδή συμμετείχαν σε αυτούς επί σειρά ετών. Γι’ αυτό και η επίκληση της διαφάνειας αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν εφαρμόζεται με συνέπεια, διαχρονικότητα και για όλους, ανεξάρτητα από τις εκλογικές συγκυρίες.

Θεωρώ αυτονόητο ότι, για λόγους ισονομίας και συνέπειας, πρέπει να πραγματοποιηθεί πλήρης και αναλυτικός έλεγχος όχι μόνο της παρούσας εκλογικής διαδικασίας, αλλά και της αμέσως προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης, με ακριβώς τα ίδια κριτήρια.

Να ελεγχθεί:

  • ποιοι συμμετείχαν στις προηγούμενες εκλογές,

  • ποιοι ήταν οικονομικά τακτοποιημένοι,

  • αν υπήρχαν εκκρεμείς συνδρομές προηγούμενων ετών,

  • αν τηρήθηκαν όλες οι καταστατικές προβλέψεις,

  • και αν εφαρμόστηκαν τότε με την ίδια αυστηρότητα οι διαδικασίες που σήμερα κάποιοι επικαλούνται.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε αν πρόκειται για μια διαχρονική αρχή που υπηρετεί τη διαφάνεια ή για μια συγκυριακή τακτική που χρησιμοποιείται προεκλογικά.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω και ένα προσωπικό παράδειγμα.

Στον προηγούμενο προεκλογικό αγώνα, στον οποίο συμμετείχα ως ανεξάρτητος υποψήφιος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και τα συνεχή αιτήματα μου,δεν μου δόθηκε ποτέ η λίστα των μελών, προκειμένου να μπορέσω να επικοινωνήσω μαζί τους, να παρουσιάσω τις θέσεις μου και να συμμετάσχω επί ίσοις όροις στην προεκλογική διαδικασία.

Το αναφέρω όχι για να προσωποποιήσω τη συζήτηση, αλλά διότι θεωρώ ότι η ισότιμη πρόσβαση όλων των υποψηφίων στα μέλη ενός πανελλαδικού σωματείου αποτελεί βασική προϋπόθεση διαφάνειας, δημοκρατίας και ίσων ευκαιριών συμμετοχής.

Δεν μπορεί να ζητάμε σήμερα απόλυτη διαφάνεια στις διαδικασίες, όταν χθες δεν διασφαλίζαμε ούτε την ισότιμη δυνατότητα όλων των υποψηφίων να επικοινωνήσουν με τα ίδια τα μέλη του σωματείου.

Η διαφάνεια, η ισονομία και η δημοκρατική λειτουργία δεν μπορούν να εφαρμόζονται επιλεκτικά ούτε να ενεργοποιούνται μόνο σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Πρέπει να αποτελούν σταθερές και αδιαπραγμάτευτες αρχές λειτουργίας της ΠΕΕΔΝΕ, ανεξάρτητα από πρόσωπα, διοικήσεις και εκλογικές συγκυρίες.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη προβληματισμός.

Καλό θα ήταν να αναρωτηθούν και ορισμένοι συνάδελφοι, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν εκφράσει δημόσια σοβαρές επιφυλάξεις, έντονες διαφωνίες ή ακόμη και αντιπαραθέσεις με πρακτικές και επιλογές της προηγούμενης διοίκησης του σωματείου, αλλά σήμερα συμπορεύονται με πρόσωπα που τότε αποτελούσαν το επίκεντρο αυτής της κριτικής.

Δεν είναι κακό να αλλάζουν οι απόψεις. Δεν είναι κακό να διαμορφώνονται νέες συνεργασίες. Είναι, όμως, θεμιτό να εξηγείται τι ακριβώς έχει αλλάξει. Τι διαφοροποιήθηκε; Τι διορθώθηκε; Ποια νέα δεδομένα οδήγησαν σε αυτή τη σύμπλευση; Οι συνάδελφοι δικαιούνται να γνωρίζουν, διότι η συνέπεια λόγων και πράξεων αποτελεί βασικό στοιχείο αξιοπιστίας, τόσο για τον καθένα μας ξεχωριστά όσο και για τη συνδικαλιστική παράταξη που επιλέγουμε να υπηρετούμε και να εκπροσωπούμε.

Ταυτόχρονα, θεωρώ χρέος μου να επαναλάβω κάτι που έχω ήδη εκφράσει δημόσια.

Κατά την προσωπική μου άποψη, στα χρόνια που υπηρετώ τη Δημόσια Ναυτική Εκπαίδευση, τόσο ως ωρομίσθιος στο παρελθόν όσο και ως μόνιμο μέλος σήμερα, η παρούσα διοίκηση υπήρξε η πιο ανοιχτή, η πιο προσβάσιμη και η πιο διαφανής διοίκηση που έχω γνωρίσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν λάθη.

Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης.

Καμία διοίκηση δεν είναι αλάνθαστη.

Όμως είναι δίκαιο να αναγνωρίζουμε και τα θετικά στοιχεία όταν αυτά υπάρχουν.

Γιατί η κριτική αποκτά αξία μόνο όταν συνοδεύεται από αντικειμενικότητα.

Και εδώ οφείλουμε να αναρωτηθούμε κάτι ακόμη.

Ποιοι είμαστε πρωτίστως;

Είμαστε δάσκαλοι ή συνδικαλιστές;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη.

Πρώτα απ’ όλα είμαστε δάσκαλοι. Ο συνδικαλισμός αποτελεί μια δευτερεύουσα ιδιότητα προσφοράς και όχι μια μόνιμη επαγγελματική ταυτότητα.

Η εκπαιδευτική μας αποστολή είναι η κύρια ιδιότητα μας και μέσα από αυτήν αποκτούμε το δικαίωμα να εκπροσωπούμε τους συναδέλφους μας.

Ο συνδικαλισμός δεν αποτελεί επάγγελμα.

Δεν αποτελεί ειδικότητα.

Ο συνδικαλιστής δεν είναι ένας ξεχωριστός επαγγελματικός ρόλος.

Αναδεικνύεται μέσα από τους εργαζόμενους και υπάρχει για να υπηρετεί τους εργαζόμενους.

Για τον λόγο αυτό, η ΠΕΕΔΝΕ χρειάζεται ανθρώπους που να έχουν αντίληψη του αντικειμένου που υπηρετούν, ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, που μοχθούν καθημερινά στις σχολές, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα προβλήματα και τις ανάγκες της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Δεν έχει ανάγκη από μόνιμους διαχειριστές ρόλων και επιρροών.

Δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που αναζητούν δύναμη μέσα από τις θέσεις που κατέχουν.

Η πραγματική επιρροή δεν αποκτάται μέσα από αξιώματα. Αποκτάται μέσα από την εργασία, την προσφορά, τη συνέπεια και την καθημερινή παρουσία στις σχολές.

Η συνδικαλιστική ιδιότητα είναι πράξη προσφοράς και όχι μηχανισμός διατήρησης επιρροής.

Η ΠΕΕΔΝΕ δεν ανήκει σε κανέναν.

Δεν αποτελεί προσωπικό χώρο επιρροής, ούτε θεσμό που δημιουργήθηκε για να συντηρεί διαχρονικά ρόλους, πρόσωπα και ισορροπίες.

Κανείς δεν είναι υπεράνω του θεσμού.

Κανείς δεν ταυτίζεται με τον θεσμό.

Και κανείς δεν πρέπει να θεωρεί ότι η ΠΕΕΔΝΕ αποτελεί προέκταση της προσωπικής του διαδρομής ή της προσωπικής του επιρροής.

Η διαχρονική προσφορά είναι σεβαστή.

Όμως η προσφορά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό διατήρησης ελέγχου.

Οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν και τα σωματεία οφείλουν να ανανεώνονται.

Η ΠΕΕΔΝΕ χρειάζεται ανθρώπους που θα υπηρετούν το σωματείο και όχι ανθρώπους που θα υπηρετούνται από αυτό.

Οι εκλογές αυτές δεν αφορούν τη διατήρηση ρόλων, επιρροών και ισορροπιών του παρελθόντος.

Αφορούν το μέλλον της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα η ΠΕΕΔΝΕ είναι περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη ενότητα, περισσότερη διαφάνεια και λιγότερες προσωπικές στρατηγικές.

Οι συνάδελφοι θα κρίνουν όλους μας. Θα κρίνουν τη συνέπεια, τη διαδρομή, την προσφορά και το όραμα που έχει ο καθένας για το μέλλον της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Οι εκλογές αυτές δεν είναι μια αναμέτρηση προσώπων. Είναι μια επιλογή νοοτροπίας για την επόμενη ημέρα της ΠΕΕΔΝΕ.

Γιατί η ΠΕΕΔΝΕ δεν πρέπει πλέον να είναι το σωματείο των λίγων.

Πρέπει να γίνει το σωματείο όλων.


Με συναδελφικούς χαιρετισμούς,

 Α ν α σ τ ά σ ι ο ς   Μ π ά λ λ α ς  
 Αρχιμηχανικός / Μηχανικός Α' Τάξης Ε.Ν.
 Επίκουρος Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου
 Mob. 693 2234766

Wednesday, 17 June 2026

Η Ναυτική Εκπαίδευση χρειάζεται Κοινή Πλεύση

Με αφορμή την ανακοίνωση της ΑΝΑΣΑ για τη Ναυτική Εκπαίδευση

Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε το τελευταίο διάστημα γύρω από τη Ναυτική Εκπαίδευση αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη. Μετά την ανοιχτή επιστολή της ΠΝΟ και την πρόσφατη ανακοίνωση της ΑΝΑΣΑ, διαπιστώνουμε με ικανοποίηση ότι ένα τόσο σημαντικό θέμα αρχίζει επιτέλους να απασχολεί ολοένα και περισσότερους συναδέλφους.

Η Κοινή Πλεύση χαιρετίζει κάθε τεκμηριωμένη συμμετοχή σε αυτόν τον διάλογο. Άλλωστε, ήταν η πρώτη που κατέθεσε δημόσια μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, ανοίγοντας έναν ευρύτερο προβληματισμό που δεν περιορίζεται μόνο στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού και στο ζήτημα της ανωτατοποίησης τους

Για εμάς, η Ναυτική Εκπαίδευση είναι ένα ενιαίο σύστημα. Δεν αφορά μόνο τις ΑΕΝ. Αφορά τα ΚΕΣΕΝ, τα ειδικά σχολεία, τη δια βίου εκπαίδευση, αλλά και τους εκατοντάδες μόνιμους και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς που υπηρετούν καθημερινά τη δημόσια Ναυτική Εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, αφορά δύο εξίσου σημαντικούς πυλώνες γνώσης: την ακαδημαϊκή γνώση και τη γνώση που αποκτάται μέσα από δεκαετίες υπηρεσίας στη θάλασσα και στη ναυτιλιακή βιομηχανία. Η σύγχρονη ναυτιλία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει κανέναν από τους δύο.Η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, οφείλει να διευρύνει τη συζήτηση. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ακαδημαϊκή αναβάθμιση των ΑΕΝ. Είναι να αποφασίσουμε ποιον αξιωματικό θέλουμε να παράγουμε, πώς θα προσελκύσουμε περισσότερους νέους στο ναυτικό επάγγελμα, πώς θα διατηρήσουμε την ανταγωνιστικότητα του Έλληνα αξιωματικού και πώς θα δημιουργήσουμε ένα ενιαίο σύστημα που θα συνδέει την αρχική εκπαίδευση, τη θαλάσσια υπηρεσία, τη δια βίου επιμόρφωση, την τεχνολογική εξέλιξη και την ακαδημαϊκή πρόοδο.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανένα ξένο μοντέλο. Οφείλει να δημιουργήσει το δικό της, αξιοποιώντας όλες τις υγιείς δυνάμεις που διαθέτει: τους ακαδημαϊκούς, τους ναυτοδιδασκάλους, τους ανθρώπους της έρευνας, τους ανθρώπους της θάλασσας και συνολικά τη ναυτιλιακή βιομηχανία.

Η Ναυτική Εκπαίδευση δεν ανήκει σε καμία παράταξη. Ανήκει στη χώρα, στους ανθρώπους που τη στηρίζουν και κυρίως στις επόμενες γενιές ναυτικών που καλούμαστε να εκπαιδεύσουμε.

Γι’ αυτό δεν χρειάζεται παράλληλες πορείες, διαχωριστικές γραμμές και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται σταθερή πορεία, συνέπεια, συνεργασία και μακρόπνοο σχεδιασμό.

Δεν φοβόμαστε αυτά που θα γίνουν για εμάς χωρίς εμάς. Φοβόμαστε περισσότερο αυτά που δεν θα γίνουν ποτέ, αν συνεχίσουμε να σιωπούμε και να πορευόμαστε χωριστά.

Γιατί η Ναυτική Εκπαίδευση δεν έχει ανάγκη από παράλληλες πορείες. Έχει ανάγκη από Κοινή Πλεύση, κοινό σχεδιασμό και ένα κοινό όραμα για το μέλλον της Ελληνικής Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Και επειδή στη θάλασσα, αλλά και στη Ναυτική Εκπαίδευση, δεν αρκεί μία μόνο ανάσα, χαιρετίζουμε τη συμμετοχή της ΑΝΑΣΑ στον δημόσιο διάλογο και ευχόμαστε αυτή η πρώτη ανάσα να έχει συνέχεια.

Γιατί η Ναυτική Εκπαίδευση απαιτεί σταθερή, διαρκή και συλλογική προσπάθεια. Όχι μια πρόσκαιρη ανάσα που οδηγεί σε κατάδυση, αλλά μια σταθερή αναπνοή που δίνει δύναμη για μακρόχρονη πλεύση, συνεργασία και ασφαλή πορεία στις προκλήσεις του μέλλοντος.


Για την Κοινή Πλεύση

Τάσος Μπάλλας  

Αρχιμηχανικός / Μηχανικός Α΄ Τάξης Ε.Ν.  

Επίκουρος Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου

---

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Για λόγους πληρότητας και διαφάνειας, παρατίθεται στο τέλος η ανακοίνωση της ΑΝΑΣΑ, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την παρούσα δημόσια τοποθέτηση, ώστε κάθε αναγνώστης να μπορεί να μελετήσει και τα δύο κείμενα και να διαμορφώσει τη δική του κρίση.


Συναδέλφισσες και συνάδελφοι,

Κατόπιν όσων παρουσιάστηκαν από το Ευγενίδειο Ίδρυμα στο πλαίσιο των Ποσειδωνίων σχετικά με πρωτοβουλίες για τη ναυτική εκπαίδευση - και τα οποία προκάλεσαν και την αντίδραση της ΠΝΟ -  αποστέλλουμε σχετική ανακοίνωση.

Η ναυτική εκπαίδευση δεν μπορεί να σχεδιάζεται χωρίς τους ανθρώπους της 

Οι εξαγγελίες που παρουσιάστηκαν στα Ποσειδώνια για τον «ψηφιακό μετασχηματισμό» της ναυτικής εκπαίδευσης, την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού υλικού και τη δημιουργία νέων συστημάτων εκμάθησης, αξιολόγησης και πιστοποίησης επαναφέρουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποιος αποφασίζει για το μέλλον της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης;

Η τεχνολογική αναβάθμιση, η ανάπτυξη σύγχρονου ψηφιακού υλικού και η διαρκής επιμόρφωση είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την ακαδημαϊκή αναβάθμιση των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού ούτε να χρησιμοποιηθούν ως άλλοθι για τη διατήρηση του σημερινού υποβαθμισμένου καθεστώτος. Η κεντρική διεκδίκηση παραμένει σαφής: ένταξη των ΑΕΝ στο επίπεδο 6 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, με πτυχία πλήρους ακαδημαϊκής αξίας και ουσιαστική αναβάθμιση της ναυτικής εκπαίδευσης.

Δεν είναι δυνατόν νέοι άνθρωποι που εισάγονται με πανελλαδικές εξετάσεις, ολοκληρώνουν απαιτητικές σπουδές και θαλάσσια εκπαιδευτικά ταξίδια και αναλαμβάνουν τεράστιες ευθύνες στα πλοία να λαμβάνουν ένα αδιαβάθμητο πτυχίο, περιορισμένο στον ρόλο ενός επαγγελματικού «διαβατηρίου». Η Ελλάδα, που προβάλλεται ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, οφείλει να διαθέτει αντίστοιχου επιπέδου δημόσια ναυτική ανώτατη εκπαίδευση.

Παράλληλα, το γεγονός ότι ένα ένας ιδιωτικός φορέας (ακόμη και με τα χαρακτηριστικά του κοινωφελούς ιδρύματος) κατέχει κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού υλικού των ΑΕΝ, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα σχόλια και τις προτάσεις των εκπαιδευτικών που διδάσκουν, είναι ένα ακόμη «αγκάθι» της ναυτικής εκπαίδευσης. Μάλιστα, το Ευγενίδειο Ίδρυμα εμφανίζεται συχνά με νέες προτάσεις και στα πρόσφατα Ποσειδώνια προβλήθηκε η πρότασή του σχετικά με ένα (αμφιλεγόμενο) σύστημα αξιολόγησης και πιστοποίησης των Ναυτικών Αγγλικών, τη στιγμή που αυτά συστηματικά διδάσκονται θεσμοθετημένα στις ΑΕΝ. Έξι εξαμηνιαία μαθήματα ναυτικών αγγλικών υπάρχουν στα προγράμματα σπουδών, ακολουθώντας τις διεθνείς συμβάσεις ώστε οι μέλλοντες αξιωματικοί να εξοικειωθούν με τη διεθνή ναυτική ορολογία. Διαφωνούμε με τον καθορισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής από το Ευγενίδειο Ίδρυμα χωρίς ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή των εκπαιδευτικών. 

Οι εκπαιδευτικοί των ΑΕΝ και των ΚΕΣΕΝ δεν είναι απλοί εκτελεστές αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού. Είναι αυτοί που γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες των σχολών, διδάσκουν καθημερινά στις αίθουσες και στα εργαστήρια και έχουν την επιστημονική και παιδαγωγική ευθύνη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Μαζί με τους σπουδαστές και τους εν ενεργεία ναυτικούς πρέπει να έχουν αποφασιστικό λόγο σε κάθε αλλαγή.

Η ΑΝΑΣΑ θα αγωνιστεί μαζί με τους εκπαιδευτικούς, τους σπουδαστές και τα ναυτεργατικά σωματεία για μια δημόσια, σύγχρονη και πραγματικά αναβαθμισμένη ναυτική εκπαίδευση: με ΑΕΝ επιπέδου 6, μόνιμο προσωπικό, σύγχρονες υποδομές, ενθάρρυνση και υποστήριξη ερευνητικών πρωτοβουλιών και δημοκρατική συμμετοχή των ανθρώπων της.

«Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα, χωρίς εμένα»

Η ναυτική εκπαίδευση δεν θα αλλάξει ερήμην μας.

Θα αλλάξει με τη γνώση, τη συμμετοχή και τον συλλογικό αγώνα όλων μας.
ΑΝΑΣΑ – ΑΝεξάρτητη Αγωνιστική ΣυνεργασίΑ για τη Ναυτική Εκπαίδευση 


Sunday, 14 June 2026

Παράγουμε γνώση ή απλώς διδάσκουμε;

Θέλουμε πραγματικά να λειτουργούμε ως Ανώτατη Σχολή;

Η αναβάθμιση των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού αποτελεί μια δίκαιη και αναγκαία διεκδίκηση. Ωστόσο, πριν συνεχίσουμε να αναζητούμε αποκλειστικά τις ευθύνες στην Πολιτεία για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ΑΕΝ, ίσως αξίζει να θέσουμε ένα ερώτημα και προς τον ίδιο μας τον εαυτό.

Λειτουργούμε πραγματικά ως μια ακαδημαϊκή κοινότητα ανώτατης εκπαίδευσης;

Το ερώτημα δεν αφορά τους τίτλους σπουδών, τις βαθμίδες ή τα επαγγελματικά δικαιώματα. Αφορά κάτι βαθύτερο. Αφορά το κατά πόσο οι ίδιοι συμβάλλουμε ουσιαστικά στην ανάπτυξη του γνωστικού αντικειμένου που υπηρετούμε και στην παραγωγή ακαδημαϊκού έργου που να αφήνει αποτύπωμα στις σχολές μας.

Στις ΑΕΝ υπηρετούν Πλοίαρχοι, Μηχανικοί, Ηλεκτρολόγοι, Ναυπηγοί, Μηχανολόγοι, Φυσικοί, Χημικοί, Μαθηματικοί, Νομικοί και πολλές ακόμη ειδικότητες με υψηλή κατάρτιση και πολύτιμη επαγγελματική εμπειρία. Το ερώτημα όμως δεν είναι ποια είναι τα προσόντα μας. Το ερώτημα είναι τι παράγουμε συλλογικά ως σχολές.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τα μόνιμα μέλη του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αφορά εξίσου τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, τους επιστημονικούς συνεργάτες και τους ναυτοδιδασκάλους που συμμετέχουν καθημερινά στην εκπαιδευτική διαδικασία των ΑΕΝ. Όλοι όσοι διδάσκουμε σε μια ακαδημαϊκή σχολή οφείλουμε να αφήνουμε πίσω μας έργο. Η συμβολή μας δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στις ώρες διδασκαλίας που πραγματοποιούμε μέσα στην τάξη.

Και εδώ γεννώνται ορισμένα εύλογα ερωτήματα.

Πόσες οργανωμένες επιστημονικές ή εκπαιδευτικές δράσεις με αντικείμενο τη Ναυτιλία και τη Ναυτική Εκπαίδευση παράγονται σήμερα από τις ίδιες τις ΑΕΝ;

Πόσες τεχνικές αναλύσεις, πόσες παρουσιάσεις, πόσα βοηθητικά συγγράμματα, πόσες σύγχρονες σημειώσεις και πόσο εκπαιδευτικό υλικό παράγεται από εμάς τους ίδιους για να στηρίξει και να αναπτύξει το διδακτικό μας έργο, να επικαιροποιήσει την ύλη που διδάσκουμε και να εμπλουτίσει τη διδασκαλία με τις εξελίξεις της σύγχρονης Ναυτιλίας;

Πόσοι από εμάς έχουμε συγγράψει σύγχρονες σημειώσεις που να συμπληρώνουν την υπάρχουσα βιβλιογραφία και να καλύπτουν τεχνολογίες, κανονισμούς και εξελίξεις που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στα εγκεκριμένα συγγράμματα;

Πόσοι έχουμε παρουσιάσει εργασίες, μελέτες ή ανακοινώσεις που να σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο που διδάσκουμε στις ΑΕΝ;

Και ακόμη σημαντικότερο:

Πόσο από το επιστημονικό έργο που παράγεται συνδέεται πραγματικά με τη Ναυτιλία, τη Ναυτική Εκπαίδευση και τα γνωστικά αντικείμενα που υπηρετούμε καθημερινά;

Διότι ασφαλώς η επιστημονική δραστηριότητα κάθε εκπαιδευτικού είναι θεμιτή και επιθυμητή. Όμως όταν διεκδικούμε να λειτουργούμε ως ακαδημαϊκές σχολές ναυτικής εκπαίδευσης, οφείλουμε να αναρωτηθούμε κατά πόσο το έργο που παράγουμε συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της Ναυτιλίας, της Ναυτικής Εκπαίδευσης και των ίδιων των σχολών μας.

Η αλήθεια είναι ότι όταν παράγεται κάποιο έργο, αυτό συνήθως παραμένει προσωπικό. Οι δημοσιεύσεις, οι ανακοινώσεις και οι επιστημονικές δραστηριότητες συνδέονται συχνά με την ατομική ακαδημαϊκή εξέλιξη του κάθε εκπαιδευτικού και την ενίσχυση του προσωπικού του φακέλου. Αυτό είναι θεμιτό και απολύτως κατανοητό.

Όμως ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν κρίνεται μόνο από τις ατομικές διαδρομές των μελών του.

Κρίνεται κυρίως από το συλλογικό έργο που παράγει ως κοινότητα.

Και εδώ εντοπίζεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία μας.

Δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε κουλτούρα συλλογικής παραγωγής γνώσης. Δεν έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε την εμπειρία, τη γνώση και την επιστημονική δραστηριότητα των ανθρώπων μας σε οργανωμένο ακαδημαϊκό κεφάλαιο των σχολών.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι σπουδαστές εξακολουθούν να στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα υπάρχοντα συγγράμματα. Ελάχιστοι εκπαιδευτικοί παράγουν συστηματικά συμπληρωματικό εκπαιδευτικό υλικό, σύγχρονες σημειώσεις, τεχνικά βοηθήματα ή αναλύσεις που να ανανεώνουν την ύλη των μαθημάτων, να ενσωματώνουν τις συνεχείς τεχνολογικές εξελίξεις της σύγχρονης Ναυτιλίας και να συμπληρώνουν δημιουργικά την υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Κι όμως, υπάρχουν τα μέσα για να γίνει αυτό.

Υπάρχει η ψηφιακή πλατφόρμα MarEdu, η οποία δίνει τη δυνατότητα ανάρτησης παρουσιάσεων, τεχνικών σημειώσεων, παραδειγμάτων, μελετών περίπτωσης, πρόσθετης βιβλιογραφίας και κάθε είδους υποστηρικτικού υλικού για τους σπουδαστές.

Αναρωτιέμαι όμως πόσο συστηματικά αξιοποιούμε αυτή τη δυνατότητα.

Πόσοι από εμάς αναρτούμε υλικό που να ξεπερνά τα όρια του βασικού συγγράμματος;

Πόσοι εμπλουτίζουμε τα μαθήματα μας με σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, πραγματικά παραδείγματα από σύγχρονα πλοία και πρόσθετο εκπαιδευτικό υλικό που να παραμένει διαθέσιμο και στους επόμενους σπουδαστές;

Το ίδιο ερώτημα αφορά και τις πτυχιακές εργασίες.

Κάθε χρόνο εκπονούνται εργασίες που συχνά περιέχουν αξιόλογη προσπάθεια και χρήσιμα συμπεράσματα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υλικού καταλήγει να αρχειοθετείται χωρίς να αξιοποιείται περαιτέρω.

Η γνώση δεν συσσωρεύεται.

Δεν οργανώνεται.

Δεν αναδεικνύεται.

Δεν μετατρέπεται σε περιουσία της σχολής.

Έτσι, ενώ κατά καιρούς παράγεται αξιόλογη δουλειά από μεμονωμένους συναδέλφους ή σπουδαστές, σπάνια αυτή μετατρέπεται σε μόνιμο ακαδημαϊκό κεφάλαιο που να παραμένει διαθέσιμο και αξιοποιήσιμο από τις επόμενες γενιές.

Ίσως λοιπόν το δυσκολότερο ερώτημα δεν είναι τι δεν κάνει η Πολιτεία για τις ΑΕΝ.

Ίσως το δυσκολότερο ερώτημα είναι τι δεν κάνουμε εμείς οι ίδιοι για τις ΑΕΝ.

Μήπως έχουμε επαναπαυθεί στη διδασκαλία θεωρώντας ότι αυτή αρκεί από μόνη της για να μας κατατάξει στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης;

Μήπως έχουμε αποδεχθεί μια πραγματικότητα όπου η ακαδημαϊκή δραστηριότητα περιορίζεται στις ατομικές πρωτοβουλίες ορισμένων συναδέλφων αντί να αποτελεί οργανωμένη και συλλογική λειτουργία της σχολής;

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό αλλά θεμελιώδες:

Παράγουμε ακαδημαϊκό έργο ως σχολές ή περιοριζόμαστε κυρίως στη διδασκαλία;

Διότι αυτή είναι ίσως η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια σχολή που εκπαιδεύει και σε μια ακαδημαϊκή κοινότητα που παράγει γνώση.

Η αναγνώριση δεν είναι μόνο θέμα νόμων και θεσμικών ρυθμίσεων.

Είναι και θέμα ακαδημαϊκού αποτυπώματος.

Και το ακαδημαϊκό αποτύπωμα δεν το δημιουργούν οι τίτλοι.

Το δημιουργεί το έργο.

Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο βήμα για την αναβάθμιση των ΑΕΝ να μην είναι αυτό που θα ζητήσουμε από την Πολιτεία.

Ίσως να είναι αυτό που θα απαιτήσουμε πρώτα από τον ίδιο μας τον εαυτό.


Για την «Κοινή Πλεύση»

Μπάλλας Αναστάσιος

Αρχιμηχανικός / Μηχανικός Α’ Τάξης Ε.Ν.
Επίκουρος Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου

Friday, 12 June 2026

Ωρομίσθιοι Εκπαιδευτικοί - Η Ραχοκοκαλιά της Ναυτικής Εκπαίδευσης

Οι Ωρομίσθιοι Εκπαιδευτικοί και οι Ναυτοδιδάσκαλοι: Η Ραχοκοκαλιά της Ναυτικής Εκπαίδευσης


Η λειτουργία των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού στηρίζεται σήμερα, σε πολύ μεγάλο βαθμό και σε αρκετές περιπτώσεις κατά κύριο λόγο, στους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί και οι Ναυτοδιδάσκαλοι καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εκπαιδευτικών αναγκών πολλών ΑΕΝ και αποτελούν τον βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο στηρίζεται η καθημερινή εκπαιδευτική λειτουργία των σχολών.

Ιδιαίτερα στις ΑΕΝ της περιφέρειας, η συμβολή τους δεν είναι απλώς σημαντική. Είναι απολύτως καθοριστική.

Υπάρχουν περιπτώσεις ΑΕΝ όπου ο αριθμός των μόνιμων εκπαιδευτικών είναι εξαιρετικά περιορισμένος ή σχεδόν μηδενικός σε ορισμένα γνωστικά αντικείμενα, ενώ συχνά απαιτούνται μετακινήσεις προσωπικού από άλλες σχολές προκειμένου να καλυφθούν οι βασικές εκπαιδευτικές ανάγκες, να υποστηριχθεί η έναρξη και η ομαλή εξέλιξη του προγράμματος σπουδών και να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί και οι Ναυτοδιδάσκαλοι δεν αποτελούν απλώς συμπληρωματική λύση. Αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της σχολής και για την παροχή της εκπαίδευσης που δικαιούνται οι σπουδαστές.

Η πραγματικότητα αυτή επιβάλλει μια διαφορετική και ουσιαστικότερη προσέγγιση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται, αξιοποιείται και υποστηρίζεται το προσωπικό αυτό.

Για τον λόγο αυτό, έχει έρθει η στιγμή να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται, προγραμματίζεται και αξιοποιείται το έργο των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στις ΑΕΝ.

Ένας εκπαιδευτικός που καλείται να υπογράψει σύμβαση θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να γνωρίζει εκ των προτέρων:

• ποια μαθήματα πρόκειται να αναλάβει,

• πόσες διδακτικές ώρες θα έχει,

• ποιο θα είναι το βασικό εβδομαδιαίο του πρόγραμμα,

• ποιες θα είναι οι απαιτήσεις και οι εκπαιδευτικοί στόχοι των μαθημάτων που καλείται να διδάξει.

Η γνώση αυτή δεν αποτελεί προνόμιο.

Αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση σοβαρού επαγγελματικού και εκπαιδευτικού προγραμματισμού.

Ο εκπαιδευτικός οφείλει να γνωρίζει αν διαθέτει την απαιτούμενη εξειδίκευση για το αντικείμενο που του ανατίθεται, αν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του και αν επιθυμεί να αναλάβει τη συγκεκριμένη εκπαιδευτική ευθύνη πριν δεσμευθεί με την υπογραφή της σύμβασης του.

Αναγνωρίζουμε βεβαίως ότι οι ανάγκες μιας ΑΕΝ μεταβάλλονται διαρκώς και ότι οι συμβάσεις προβλέπουν την υποχρέωση προσαρμογής στις εκπαιδευτικές ανάγκες της σχολής.

Όμως άλλο πράγμα είναι η αναγκαία ευελιξία και άλλο η πλήρης αβεβαιότητα.

Οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως προσωρινές λύσεις ή ως περιστασιακοί συνεργάτες που καλούνται να καλύψουν αποσπασματικά μερικές ώρες διδασκαλίας.

Οι ΑΕΝ χρειάζονται εκπαιδευτικούς με παρουσία, συνέχεια, συμμετοχή και ουσιαστική επαφή με τους σπουδαστές.

Για τον λόγο αυτό, όπου οι ανάγκες της σχολής το επιτρέπουν, θα πρέπει να επιδιώκεται η συγκέντρωση ενός ουσιαστικού και αξιοπρεπούς αριθμού διδακτικών ωρών ανά ωρομίσθιο εκπαιδευτικό, ώστε η συμμετοχή του στην εκπαιδευτική διαδικασία να αποτελεί πραγματική επαγγελματική επιλογή και όχι περιστασιακή απασχόληση.

Ιδιαίτερα στις σχολές Πλοιάρχων και Μηχανικών, όπου η εξεύρεση έμπειρων στελεχών της ναυτιλίας καθίσταται ολοένα δυσκολότερη, η Ναυτική Εκπαίδευση οφείλει να αξιοποιεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εμπειρία και τη γνώση όσων επιλέγουν να μεταφέρουν τη θαλάσσια και επαγγελματική τους εμπειρία στις αίθουσες διδασκαλίας.

Η θέση μας είναι ότι, όπου υπάρχουν οι αντίστοιχες εκπαιδευτικές ανάγκες, θα πρέπει να επιδιώκεται κατά προτεραιότητα η πλήρης και ουσιαστική αξιοποίηση των Ναυτοδιδασκάλων, των Πλοιάρχων και των Μηχανικών Ε.Ν., με ανάθεση διδακτικού έργου που να προσεγγίζει το μέγιστο επιτρεπόμενο πλαίσιο ωρών.

Η εμπειρία ενός Α΄ Μηχανικού ή ενός Πλοιάρχου δεν πρέπει να αξιοποιείται αποσπασματικά για λίγες μόνο ώρες διδασκαλίας όταν υπάρχουν πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες που μπορούν να καλυφθούν από το ίδιο πρόσωπο.

Η Ναυτική Εκπαίδευση έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί ευέλικτα τους Ναυτοδιδασκάλους σε θεωρητικά μαθήματα, σε εργαστηριακές ασκήσεις, σε προσομοιωτές, σε εφαρμοσμένη ναυτική και τεχνική εκπαίδευση, καθώς και σε κάθε γνωστικό αντικείμενο που σχετίζεται άμεσα με την επαγγελματική τους εμπειρία.

Αυτή η ευελιξία δεν αποτελεί προνόμιο.

Αποτελεί εργαλείο αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.


Εμπειρία, Συνέχεια και Αξιολόγηση

Η Ναυτική Εκπαίδευση έχει ανάγκη από συνέχεια, θεσμική μνήμη και συσσώρευση εμπειρίας.

Οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί που έχουν διδάξει επί σειρά ετών, έχουν αξιολογηθεί θετικά και έχουν αποδείξει στην πράξη την επάρκεια, τη συνέπεια και την εκπαιδευτική τους ικανότητα, δεν είναι λογικό να αντιμετωπίζονται κάθε χρόνο ως νέοι υποψήφιοι χωρίς καμία αναγνώριση της προηγούμενης προσφοράς τους.

Η εμπειρία στη διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο για τις ΑΕΝ και πρέπει να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη στις διαδικασίες επιλογής και επαναπρόσληψης.

Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι η προηγούμενη επιτυχής διδακτική υπηρεσία, η θετική αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα της σχολής και η αποδεδειγμένη εκπαιδευτική επάρκεια θα πρέπει να μοριοδοτούνται ουσιαστικά και να παρέχουν σαφές πλεονέκτημα έναντι υποψηφίων που δεν διαθέτουν αντίστοιχη εκπαιδευτική εμπειρία στις ΑΕΝ.

Η αξιολόγηση των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών δεν πρέπει να αποτελεί μια τυπική διαδικασία, αλλά ένα ουσιαστικό εργαλείο διασφάλισης της ποιότητας της Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι θα πρέπει να πραγματοποιείται με τη συμμετοχή των αρμόδιων εκπαιδευτικών οργάνων κάθε ΑΕΝ και να βασίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια.

Στη διαδικασία αυτή οφείλουν να έχουν ουσιαστικό ρόλο οι Τομεάρχες, τα μέλη του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και οι θεσμοθετημένοι εκπρόσωποι των σπουδαστών, ώστε να αποτυπώνεται συνολικά η εκπαιδευτική εικόνα, η επιστημονική επάρκεια, η διδακτική ικανότητα, η συνέπεια, η συνεργασία και η προσφορά κάθε εκπαιδευτικού.

Μια τέτοια διαδικασία ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιοκρατία, περιορίζοντας την εξάρτηση από προσωπικές σχέσεις, άτυπες εισηγήσεις ή εξωεκπαιδευτικές παρεμβάσεις και διασφαλίζοντας ότι η επιλογή των εκπαιδευτικών βασίζεται πρωτίστως στην αποδεδειγμένη αξία, το έργο και την προσφορά τους.

Η αξιολόγηση δεν πρέπει να λειτουργεί τιμωρητικά.

Πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός αναγνώρισης της ποιότητας, της συνέπειας και της προσφοράς.

Με αυτόν τον τρόπο οι σχολές διατηρούν την εκπαιδευτική τους μνήμη, επιβραβεύουν όσους έχουν αποδείξει την αξία τους και εξασφαλίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα, συνέχεια και ποιότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Η Ναυτική Εκπαίδευση έχει ανάγκη από κανόνες που να εμπνέουν εμπιστοσύνη σε όλους: στους εκπαιδευτικούς, στις διοικήσεις των σχολών και κυρίως στους σπουδαστές που αποτελούν τον τελικό αποδέκτη της εκπαιδευτικής διαδικασίας.


Η Ιδιαίτερη Περίπτωση των Ναυτοδιδασκάλων

Παράλληλα, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η ιδιαιτερότητα του ναυτικού επαγγέλματος.

Σε αντίθεση με άλλες επαγγελματικές κατηγορίες που μπορούν να διατηρούν παράλληλες επαγγελματικές δραστηριότητες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ο ναυτικός εξαρτά σημαντικό μέρος της επαγγελματικής του εξέλιξης από τη θαλάσσια υπηρεσία και τη διατήρηση ενεργού επαφής με το επάγγελμα.

Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να εξεταστούν θεσμικές λύσεις που να επιτρέπουν στους Ναυτοδιδασκάλους, εφόσον το επιθυμούν και χωρίς να διαταράσσεται η εκπαιδευτική λειτουργία των ΑΕΝ, να διατηρούν ενεργό επαγγελματικό δεσμό με τη θάλασσα.

Η δυνατότητα ναυτολόγησης κατά τις περιόδους που οι σχολές παραμένουν κλειστές, καθώς και η αναζήτηση ευέλικτων μορφών επαγγελματικής απασχόλησης που δεν συγκρούονται με το εκπαιδευτικό έργο, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της επαγγελματικής τους επάρκειας και της επαφής τους με τις σύγχρονες εξελίξεις της ναυτιλίας.

Η Ναυτική Εκπαίδευση δεν έχει ανάγκη μόνο από κτίρια, εργαστήρια και εξοπλισμό.

Έχει ανάγκη από ανθρώπους.

Και ιδιαίτερα από ανθρώπους που έχουν ζήσει τη θάλασσα, συνεχίζουν να την παρακολουθούν και μπορούν να μεταφέρουν στους σπουδαστές εμπειρία που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Η αναβάθμιση των ΑΕΝ περνά μέσα από την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Και οι ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα οι Ναυτοδιδάσκαλοι, αποτελούν αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος αυτής της προσπάθειας.

Θέση της «Κοινής Πλεύσης» για τους Ωρομίσθιους Εκπαιδευτικούς και τους Ναυτοδιδασκάλους των ΑΕΝ.



Thursday, 11 June 2026

Πέρα από την Ανωτατοποίηση: Σκέψεις για το Μέλλον της Ελληνικής Ναυτικής Εκπαίδευσης



ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την πρόσφατη ανοιχτή επιστολή της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας σχετικά με τη ναυτική εκπαίδευση και τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού.

Οφείλω εξαρχής να αναγνωρίσω ότι σε αρκετά από τα σημεία που αναφέρονται συμφωνώ.

Συμφωνώ ότι η ναυτική εκπαίδευση αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για τη χώρα.

Συμφωνώ ότι οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού δεν πρέπει να απαξιώνονται.

Συμφωνώ ότι οι εκπαιδευτικοί τους προσφέρουν ουσιαστικό έργο.

Συμφωνώ επίσης ότι η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, οφείλει να αντιμετωπίζει τη ναυτική εκπαίδευση με τη σοβαρότητα που της αρμόζει.

Η επιστολή θέτει σημαντικά ζητήματα που αφορούν το ακαδημαϊκό επίπεδο των σχολών, την έρευνα, την πιστοποίηση, τη θεσμική αναβάθμιση και τη γενικότερη φυσιογνωμία της ναυτικής εκπαίδευσης.

Η συζήτηση αυτή είναι απαραίτητη και πρέπει να γίνει.

Ωστόσο, διαβάζοντας προσεκτικά το κείμενο, αισθάνθηκα ότι απουσιάζει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της ναυτικής εκπαίδευσης.

Η συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην ακαδημαϊκή διάσταση των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού.

Γίνεται εκτενής αναφορά σε ζητήματα ακαδημαϊκής αναβάθμισης, ερευνητικού έργου, πανεπιστημιακών χαρακτηριστικών και επιστημονικών προσόντων.

Ελάχιστη όμως αναφορά γίνεται στον δεύτερο θεμελιώδη πυλώνα της ναυτικής εκπαίδευσης:

Στην επαγγελματική ναυτική εμπειρία.

Στους ανθρώπους που υπηρέτησαν και υπηρετούν ως Πλοίαρχοι και Α‘ Μηχανικοί .

Στους ανθρώπους που διοίκησαν πλοία.

Στους ανθρώπους που εργάστηκαν επί δεκαετίες στα μηχανοστάσια, στις γέφυρες, στα ναυπηγεία, στις τεχνικές υπηρεσίες των ναυτιλιακών επιχειρήσεων.

Στους Ναυτοδιδασκάλους που σήμερα καλούνται να μεταφέρουν αυτή τη γνώση στις νέες γενιές ναυτικών.

Η ναυτική εκπαίδευση έχει μια ιδιαιτερότητα που τη διαφοροποιεί από σχεδόν κάθε άλλη μορφή εκπαίδευσης.

Δεν αρκεί να μεταδίδει θεωρητική γνώση.

Οφείλει να προετοιμάζει νέους ανθρώπους για ένα επάγγελμα που ασκείται σε πραγματικές συνθήκες ευθύνης.

Σε συνθήκες όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την ξηρά.

Σε συνθήκες όπου η ασφάλεια ανθρώπων, πλοίου, φορτίου και περιβάλλοντος εξαρτάται από την επάρκεια των αξιωματικών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Διεθνής Σύμβαση STCW, πάνω στην οποία στηρίζεται η παγκόσμια ναυτική εκπαίδευση, δεν είναι ένα ακαδημαϊκό σύστημα σπουδών.

Δεν είναι πανεπιστημιακό πτυχίο.

Δεν είναι μεταπτυχιακό πρόγραμμα.

Δεν είναι ερευνητικό πλαίσιο.

Είναι ένα διεθνές πλαίσιο επαγγελματικών ικανοτήτων.

Καθορίζει τι πρέπει να γνωρίζει και τι πρέπει να μπορεί να κάνει ένας αξιωματικός ώστε να υπηρετήσει με ασφάλεια σε ένα πλοίο.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση της συζήτησης.

Σε καμία σοβαρή ναυτιλιακή χώρα του κόσμου η ακαδημαϊκή γνώση δεν θεωρείται επαρκής από μόνη της.

Αλλά ούτε και η επαγγελματική εμπειρία θεωρείται πλέον αρκετή από μόνη της.

Οι πλέον επιτυχημένες ναυτικές εκπαιδεύσεις του κόσμου βασίζονται στη σύνθεση αυτών των δύο μορφών γνώσης.

Στην επιστημονική γνώση και στη ναυτική εμπειρία.

Στον ακαδημαϊκό και στον άνθρωπο της θάλασσας.

Στον ερευνητή και στον επαγγελματία.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε ως χώρα.

Όχι αν οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού θα αποκτήσουν περισσότερα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά.

Αλλά αν θα καταφέρουν να διατηρήσουν ταυτόχρονα και τον επαγγελματικό τους χαρακτήρα.

Διότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε σχολές αποκομμένες από τη διεθνή επιστημονική εξέλιξη.

Ούτε σχολές αποκομμένες από την πραγματικότητα της θάλασσας.

Χρειάζεται σχολές που να συνδυάζουν και τα δύο.

Και χρειάζεται έναν ειλικρινή διάλογο που να αναγνωρίζει ισότιμα την αξία τόσο της ακαδημαϊκής γνώσης όσο και της γνώσης που αποκτάται μέσα από δεκαετίες υπηρεσίας στα πλοία.

Από αυτή τη βάση πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής ναυτικής εκπαίδευσης.

1. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Διαβάζοντας την επιστολή της ΠΝΟ, διαπιστώνω ότι ένα σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώνεται στο ποιος πιστοποιεί, ποιος αξιολογεί, ποιος έχει την αρμοδιότητα και ποιος έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στη ναυτική εκπαίδευση.

Τα ζητήματα αυτά είναι σημαντικά.

Δεν είναι όμως τα σημαντικότερα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΑΕΝ είναι καλύτερες από κάποιον άλλο φορέα.

Δεν είναι αν οι καθηγητές των ΑΕΝ είναι επαρκείς.

Δεν είναι αν το Ευγενίδειο Ίδρυμα έχει ή δεν έχει δικαίωμα να καταθέτει προτάσεις.

Ούτε είναι αν μία επιπλέον πιστοποίηση, όπως αυτή που συζητείται σήμερα για τα Maritime English, αποτελεί από μόνη της απειλή ή ευκαιρία.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν πρέπει να εξετάζεται αποσπασματικά.

Προσωπικά δεν θεωρώ ότι μία διεθνώς αναγνωρίσιμη πιστοποίηση ναυτικών αγγλικών αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Η σύγχρονη ναυτιλία είναι παγκόσμια και η αγγλική γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο επικοινωνίας στη γέφυρα, στο μηχανοστάσιο, στις επιθεωρήσεις, στις λιμενικές αρχές, στους νηογνώμονες και στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Κάθε πρωτοβουλία που μπορεί να ενισχύσει την πραγματική γλωσσική επάρκεια των Ελλήνων ναυτικών αξίζει να εξετάζεται με σοβαρότητα.

Το ουσιαστικό ερώτημα όμως δεν είναι αν χρειάζεται ή όχι μία τέτοια πιστοποίηση.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα ενταχθεί στο εθνικό σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης, ποιος θα έχει την ευθύνη της εφαρμογής και της εποπτείας της και πώς θα αξιοποιηθεί η εμπειρία των ΑΕΝ, των ΚΕΣΕΝ και των εκπαιδευτικών που επί δεκαετίες διδάσκουν και αξιολογούν τους Έλληνες ναυτικούς.

Εφόσον πρόκειται για μία πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των ναυτικών και όχι στην υποκατάσταση της ναυτικής εκπαίδευσης, τότε η συζήτηση δεν πρέπει να γίνεται με όρους αντιπαράθεσης αλλά με όρους συνεργασίας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο:

Θέλει η Ελλάδα απλώς να παράγει αξιωματικούς που καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της STCW;

Θέλει να παράγει μόνο αποφοίτους με ακαδημαϊκούς τίτλους;

Θέλει να παράγει μόνο στελέχη για τη στεριά;

Ή θέλει να παράγει ολοκληρωμένους επαγγελματίες της ναυτιλίας, ικανούς να υπηρετήσουν αρχικά στα πλοία, να εξελιχθούν σε Πλοιάρχους και Α‘ Μηχανικούς και στη συνέχεια, εφόσον το επιλέξουν, να στελεχώσουν ναυτιλιακές επιχειρήσεις, νηογνώμονες, διεθνείς οργανισμούς, λιμενικές αρχές και υπηρεσίες του κράτους;

Η Ελλάδα, ως πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει μόνο μία από αυτές τις κατευθύνσεις.

Οφείλει να υπηρετήσει όλες.

Οφείλει να διατηρήσει την ικανότητά της να παράγει άριστους αξιωματικούς για τη θάλασσα.

Οφείλει όμως ταυτόχρονα να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη των αυριανών στελεχών που θα διοικήσουν την ελληνική και διεθνή ναυτιλία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι υπάρχει μία αρχή η οποία δεν πρέπει να αμφισβητηθεί:

Η τελική πιστοποίηση του Έλληνα ναυτικού πρέπει να παραμένει υπό την ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας και του Υπουργείου Ναυτιλίας.

Αυτό συμβαίνει στις περισσότερες μεγάλες ναυτικές χώρες του κόσμου.

Οι φορείς εκπαίδευσης μπορεί να διαφέρουν.

Οι εκπαιδευτικές διαδρομές μπορεί να διαφέρουν.

Η τελική όμως ευθύνη για την πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων του αξιωματικού παραμένει κρατική ευθύνη, διότι συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, την προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και τη διεθνή αξιοπιστία της σημαίας κάθε κράτους.

Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους θεσμούς που ήδη διαθέτει:

τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού,

τα Κέντρα Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού,

τους εξεταστικούς μηχανισμούς του Υπουργείου Ναυτιλίας,

και γενικότερα κάθε δομή που συμβάλλει στην εκπαίδευση, αξιολόγηση και πιστοποίηση των Ελλήνων ναυτικών.

Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος διδάσκει ένα αντικείμενο ή ποιος χορηγεί μία επιπλέον πιστοποίηση.

Πρέπει να αφορά το πώς η Ελλάδα θα συνεχίσει να παράγει ναυτικούς υψηλού επιπέδου, διεθνώς ανταγωνιστικούς και πλήρως ικανούς να υπηρετήσουν τόσο τη θάλασσα όσο και το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση που σπανίως συζητείται με την προσοχή που της αξίζει.

Αν η Ελλάδα είναι πράγματι η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, αν διαθέτει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ναυτιλιακών επιχειρήσεων διεθνώς και χιλιάδες έμπειρους Πλοιάρχους, Α‘ Μηχανικούς και στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας, τότε είναι εύλογο να τεθεί ένα ερώτημα:

Γιατί ένας νέος Έλληνας αξιωματικός που επιθυμεί να εξελιχθεί επιστημονικά ή ερευνητικά να αναζητά σχεδόν πάντοτε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο εξωτερικό;

Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να κλείσουμε την πόρτα στη διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία.

Αντιθέτως.

Η επαφή με κορυφαία πανεπιστήμια αποτελεί πλεονέκτημα.

Όμως είναι εύλογο να αναρωτηθούμε γιατί η χώρα που κατέχει την πρώτη θέση στη διεθνή ναυτιλία δεν έχει ακόμη αναπτύξει σε πλήρη έκταση ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό και ερευνητικό οικοσύστημα ναυτιλιακών σπουδών, ικανό να υποστηρίξει όχι μόνο την αρχική εκπαίδευση των αξιωματικών αλλά και τη μετέπειτα ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους εξέλιξη.

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην υποβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Ούτε στην εγκατάλειψη της STCW.

Ούτε στην αντιπαράθεση μεταξύ ακαδημαϊκών και ναυτικών.

Βρίσκεται στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής διαδρομής που θα ξεκινά από τις ΑΕΝ, θα συνεχίζεται με τη θαλάσσια υπηρεσία και την επιμόρφωση μέσω των ΚΕΣΕΝ και θα μπορεί να οδηγεί, για όσους το επιθυμούν, σε ανώτερες σπουδές, έρευνα και παραγωγή νέας ναυτιλιακής γνώσης μέσα στην ίδια τη χώρα.

Διότι η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από αξιωματικούς για τα πλοία της.

Έχει ανάγκη και από τους ανθρώπους που θα σχεδιάσουν, θα διοικήσουν και θα εξελίξουν τη ναυτιλία της τις επόμενες δεκαετίες.


2. ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

Πριν αποφασίσουμε τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα, οφείλουμε να εξετάσουμε τι συμβαίνει στις μεγάλες ναυτικές χώρες του κόσμου.

Συχνά στη χώρα μας αναπτύσσονται συζητήσεις σαν να υπάρχει ένα μοναδικό διεθνές πρότυπο ναυτικής εκπαίδευσης το οποίο όλοι ακολουθούν.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό μοντέλο.

Η Νορβηγία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση από τη Γερμανία.

Η Γερμανία διαφορετική από την Ολλανδία.

Η Ιαπωνία διαφορετική από τις Φιλιππίνες.

Η Ρωσία διαφορετική από την Ινδία.

Κάθε χώρα έχει διαμορφώσει το εκπαιδευτικό της σύστημα σύμφωνα με τις ανάγκες της ναυτιλίας της, την ιστορία της και τη στρατηγική της.

Υπάρχει όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό που συναντάται σχεδόν παντού:

Η επαγγελματική επάρκεια του αξιωματικού παραμένει ο κεντρικός στόχος της ναυτικής εκπαίδευσης.

Καμία μεγάλη ναυτική χώρα δεν οργανώνει το σύστημά της ξεκινώντας από το ερώτημα αν αυτό πρέπει να είναι αποκλειστικά ακαδημαϊκό ή αποκλειστικά επαγγελματικό.

Ούτε όλες οι χώρες διαθέτουν ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα.

Ούτε όλες έχουν το ίδιο επίπεδο πανεπιστημιακής οργάνωσης.

Αυτό που τις ενώνει είναι ότι προσαρμόζουν το εκπαιδευτικό τους σύστημα στις πραγματικές ανάγκες της ναυτιλίας τους.

Άλλες επενδύουν περισσότερο στην έρευνα.

Άλλες περισσότερο στην επαγγελματική κατάρτιση.

Άλλες επιδιώκουν έναν συνδυασμό των δύο.

Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η σύγχρονη ναυτιλιακή έρευνα σπανίως αποτελεί έργο ενός μόνο ιδρύματος.

Στις περισσότερες ναυτικές χώρες αναπτύσσεται μέσα από συνεργασίες πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, ναυτιλιακών επιχειρήσεων, νηογνωμόνων, κρατικών φορέων και εξειδικευμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Η αξία κάθε φορέα δεν προκύπτει μόνο από την ακαδημαϊκή του δομή αλλά και από τη συμβολή που μπορεί να προσφέρει σε ένα ευρύτερο ερευνητικό και εκπαιδευτικό οικοσύστημα.

Στον χώρο της ναυτιλίας, η εμπειρία της θάλασσας, η γνώση της λειτουργίας των πλοίων και η επαφή με τα πραγματικά επιχειρησιακά προβλήματα αποτελούν συχνά εξίσου σημαντική συνεισφορά με την ακαδημαϊκή γνώση.

Για τον λόγο αυτό, η ύπαρξη οργανωμένης έρευνας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα λειτουργεί αυτόνομα ως ερευνητικό πανεπιστήμιο.

Προϋποθέτει όμως τη δυνατότητα συμμετοχής του σε δίκτυα συνεργασίας, στα οποία η επιστημονική γνώση και η επαγγελματική εμπειρία αλληλοσυμπληρώνονται.

Υπό αυτή την έννοια, η συζήτηση για το μέλλον της ναυτικής εκπαίδευσης δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν οι ΑΕΝ παράγουν σήμερα αυτόνομο ερευνητικό έργο.

Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν η χώρα διαθέτει τη βούληση να συνδέσει τη ναυτική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, τη ναυτιλιακή βιομηχανία και τους ανθρώπους της θάλασσας σε ένα κοινό πλαίσιο παραγωγής γνώσης και καινοτομίας.

Καμία όμως από τις μεγάλες ναυτικές χώρες δεν χάνει από το επίκεντρο τον τελικό σκοπό:

την παραγωγή ικανών αξιωματικών και στελεχών για τη ναυτιλία της.

Η Νορβηγία και η Δανία επένδυσαν σε ισχυρά ναυτικά πανεπιστήμια και maritime colleges, διατηρώντας παράλληλα στενή σύνδεση με τη ναυτιλιακή βιομηχανία και τη θαλάσσια υπηρεσία.

Η Γερμανία και η Ολλανδία ανέπτυξαν συστήματα στα οποία η ακαδημαϊκή γνώση συνδυάζεται με εκτεταμένη πρακτική εκπαίδευση.

Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα διατήρησαν εκπαιδευτικά συστήματα όπου η τεχνική κατάρτιση, η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η σύνδεση με τη βιομηχανία παραμένουν κυρίαρχες αξίες.

Οι Φιλιππίνες ανέπτυξαν ένα μοντέλο προσανατολισμένο στην παραγωγή μεγάλου αριθμού αξιωματικών και πληρωμάτων πλήρως συμβατών με τη STCW και τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς.

Η Ινδία ακολουθεί ένα υβριδικό μοντέλο συνδυάζοντας ακαδημαϊκές σπουδές, ναυτική κατάρτιση και αυστηρή κρατική πιστοποίηση.

Η Ρωσία διατήρησε ισχυρές ναυτικές ακαδημίες με έντονη κρατική εποπτεία, απαιτητικές εξετάσεις και συνεχή επαγγελματική εξέλιξη των αξιωματικών.

Αν εξετάσουμε όλες αυτές τις χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.

Υπάρχει όμως και μία εντυπωσιακή ομοιότητα:

Καμία δεν αντιμετωπίζει τη ναυτική εκπαίδευση αποκλειστικά ως ακαδημαϊκή διαδικασία.

Η θάλασσα παραμένει το επίκεντρο.

Η επαγγελματική επάρκεια παραμένει το ζητούμενο.

Η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της ναυτιλιακής βιομηχανίας παραμένει αδιαπραγμάτευτη.

Και ακριβώς γι’ αυτό, σε όλες σχεδόν τις μεγάλες ναυτικές χώρες, η ναυτική εκπαίδευση στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:

• θεωρητική και επιστημονική κατάρτιση,

• πρακτική εκπαίδευση και θαλάσσια υπηρεσία,

• συνεχή επαγγελματική εξέλιξη μέσω επιμόρφωσης και πιστοποίησης.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη διεθνή εμπειρία.

Όχι ότι πρέπει να αντιγράψουμε κάποιο άλλο κράτος.

Αλλά ότι πρέπει να κατανοήσουμε πως οι χώρες που πέτυχαν στη ναυτική εκπαίδευση δεν επέλεξαν ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη.

Δεν επέλεξαν ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς και στους ανθρώπους της θάλασσας.

Επέλεξαν να αξιοποιήσουν και τους δύο.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα για την Ελλάδα.


3. Η STCW ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που γίνονται συχνά στη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι ότι συγχέονται δύο διαφορετικές έννοιες:

η επαγγελματική επάρκεια

και η ακαδημαϊκή αναγνώριση.

Η Διεθνής Σύμβαση STCW δεν δημιουργήθηκε για να καθορίσει ποια ιδρύματα είναι πανεπιστήμια.

Δεν δημιουργήθηκε για να απονέμει ακαδημαϊκούς τίτλους.

Δεν δημιουργήθηκε για να καθορίσει ποια χώρα διαθέτει ανώτατη εκπαίδευση.

Η STCW δημιουργήθηκε για έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό:

να διασφαλίσει ότι ο αξιωματικός που ανεβαίνει σε ένα πλοίο διαθέτει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται για την ασφαλή λειτουργία του.

Αυτό είναι το θεμέλιο της παγκόσμιας ναυτικής εκπαίδευσης.

Όλες οι μεγάλες ναυτικές χώρες, ανεξάρτητα από το αν διαθέτουν ναυτικά πανεπιστήμια, ακαδημίες ή επαγγελματικές σχολές, οργανώνουν τα προγράμματά τους έτσι ώστε να καλύπτουν πλήρως τις απαιτήσεις της STCW.

Με άλλα λόγια:

Η STCW δεν είναι το ανώτατο επίπεδο της ναυτικής εκπαίδευσης.

Είναι όμως το υποχρεωτικό κοινό θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται κάθε σοβαρό σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης στον κόσμο.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Διότι πολλές φορές δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση ότι η ακαδημαϊκή αναβάθμιση μιας σχολής μπορεί να υποκαταστήσει τις απαιτήσεις της STCW.

Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Όσο υψηλότερο ακαδημαϊκό επίπεδο και αν αποκτήσει ένα ίδρυμα, δεν μπορεί να παρακάμψει ούτε μία από τις απαιτήσεις της STCW.

Ο αξιωματικός θα κριθεί τελικά από την ικανότητά του να εκτελεί τα καθήκοντά του επάνω στο πλοίο.

Θα κριθεί από την επιχειρησιακή του επάρκεια.

Από τις τεχνικές του γνώσεις.

Από την ικανότητά του να διοικεί ανθρώπους.

Από την ικανότητά του να λαμβάνει αποφάσεις υπό πίεση.

Από την ψυχραιμία του.

Από την επαγγελματική του κρίση.

Κανένα από αυτά δεν αντικαθίσταται από έναν ακαδημαϊκό τίτλο.

Ταυτόχρονα όμως, η STCW δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευση πρέπει να σταματά εκεί.

Η STCW καθορίζει το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο επάρκειας.

Δεν απαγορεύει σε καμία χώρα να προχωρήσει υψηλότερα.

Αντιθέτως.

Οι πιο επιτυχημένες ναυτικές χώρες χρησιμοποιούν τη STCW ως βάση και επάνω σε αυτήν προσθέτουν περισσότερη τεχνολογική γνώση, περισσότερη διοικητική εκπαίδευση, περισσότερη ψηφιακή κατάρτιση και μεγαλύτερη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες.

Με μία φράση:

Η STCW αποτελεί το πάτωμα της ναυτικής εκπαίδευσης. Δεν αποτελεί το ταβάνι της.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη STCW και στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.

Χρειάζεται να διασφαλίσει ότι κανένα επίπεδο ακαδημαϊκής αναβάθμισης δεν θα αποδυναμώσει την επιχειρησιακή επάρκεια που απαιτεί η STCW.

Και ταυτόχρονα ότι κανένα επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης δεν θα εμποδίσει όσους το επιθυμούν να συνεχίσουν προς ανώτερες σπουδές, έρευνα και επιστημονική εξέλιξη.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ των δύο.

Η πραγματική πρόκληση είναι να τα συνδυάσουμε.


4. ΤΑ ΚΕΣΕΝ, Η ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Ένα ακόμη στοιχείο που συχνά παραλείπεται από τη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι ο ρόλος της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης του ναυτικού.

Η εκπαίδευση ενός αξιωματικού δεν ολοκληρώνεται με την αποφοίτησή του από μία Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού.

Στην πραγματικότητα, τότε μόλις αρχίζει.

Η σύγχρονη ναυτιλία αποτελεί έναν από τους ταχύτερα εξελισσόμενους τεχνολογικούς κλάδους του κόσμου.

Νέα καύσιμα, νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί, νέα συστήματα αυτοματισμού, νέες τεχνολογίες πρόωσης, ενεργειακή μετάβαση, ψηφιοποίηση, κυβερνοασφάλεια και συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού μεταβάλλουν διαρκώς το επάγγελμα.

Καμία αρχική σχολή, όσο καλή και αν είναι, δεν μπορεί να καλύψει εκ των προτέρων όλη τη γνώση που θα χρειαστεί ένας αξιωματικός κατά τη διάρκεια μιας σταδιοδρομίας τριάντα ή σαράντα ετών.

Γι’ αυτό η διεθνής ναυτιλία έχει αναπτύξει συστήματα συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης και δια βίου επιμόρφωσης.

Στην Ελλάδα τον ρόλο αυτό υπηρετούν τα Κέντρα Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ).

Η ύπαρξη των ΚΕΣΕΝ δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα.

Αποτελεί μέρος μιας διεθνούς λογικής που συναντάται, με διαφορετικές μορφές, σχεδόν σε όλες τις μεγάλες ναυτικές χώρες.

Η βασική φιλοσοφία είναι κοινή:

Ο αξιωματικός δεν πιστοποιείται μία φορά για όλη του τη ζωή.

Επιμορφώνεται.

Αξιολογείται.

Εξελίσσεται.

Επαναπιστοποιείται.

Και προσαρμόζεται διαρκώς στις απαιτήσεις της τεχνολογίας και της ναυτιλιακής βιομηχανίας.

Η πορεία από τον Γ΄ Μηχανικό στον Β΄, από τον Β΄ στον Α΄, από τον Ανθυποπλοίαρχο στον Υποπλοίαρχο και τελικά στον Πλοίαρχο δεν βασίζεται αποκλειστικά στον χρόνο υπηρεσίας.

Βασίζεται σε έναν συνδυασμό θαλάσσιας υπηρεσίας, πρόσθετης εκπαίδευσης, αξιολόγησης, εξετάσεων και επαγγελματικής επάρκειας.

Η ναυτική εκπαίδευση δεν είναι μία διαδικασία που ολοκληρώνεται στα είκοσι δύο ή στα είκοσι πέντε χρόνια.

Είναι μία διαδικασία που συνεχίζεται σε ολόκληρη την επαγγελματική ζωή του ναυτικού.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα ΚΕΣΕΝ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής ναυτικής εκπαίδευσης.

Δεν υποκαθιστούν τις ΑΕΝ.

Δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά προς αυτές.

Αποτελούν τη φυσική συνέχειά τους.

Οι ΑΕΝ παρέχουν την αρχική εκπαίδευση.

Η θάλασσα παρέχει την εμπειρία.

Τα ΚΕΣΕΝ μετατρέπουν την εμπειρία σε ανώτερο επίπεδο επαγγελματικής επάρκειας.

Είναι το σημείο όπου η θεωρία συναντά την πράξη.

Είναι το σημείο όπου η εμπειρία οργανώνεται, εμπλουτίζεται και εξελίσσεται.

Η αποστολή τους όμως δεν πρέπει να είναι η επανάληψη της ύλης που ήδη διδάχθηκε στις ΑΕΝ.

Ούτε να λειτουργούν ως ένας μηχανισμός προετοιμασίας εξετάσεων.

Ούτε ως ένα απλό «φροντιστήριο διπλωμάτων».

Η πραγματική αποστολή τους είναι πολύ σημαντικότερη.

Να αποτελούν το σημείο όπου η θαλάσσια εμπειρία συναντά τις νέες τεχνολογίες, τις νέες κανονιστικές απαιτήσεις και τις εξελίξεις της διεθνούς ναυτιλίας.

Ο αξιωματικός που εισέρχεται σε ένα ΚΕΣΕΝ δεν είναι πλέον σπουδαστής.

Είναι ήδη επαγγελματίας.

Έχει ταξιδέψει.

Έχει εργαστεί.

Έχει αναλάβει ευθύνες.

Έχει αντιμετωπίσει πραγματικά προβλήματα.

Για τον λόγο αυτό, η εκπαίδευση που του παρέχεται οφείλει να είναι περισσότερο εξειδικευμένη, περισσότερο εφαρμοσμένη και περισσότερο προσανατολισμένη στις πραγματικές ευθύνες που συνοδεύουν έναν Πλοίαρχο ή έναν Α΄ Μηχανικό.

Αυτό σημαίνει ότι τα ΚΕΣΕΝ πρέπει να αξιοποιούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ανθρώπους με υψηλού επιπέδου επιχειρησιακή εμπειρία:

Πλοιάρχους.

Α‘ Μηχανικούς

Αρχιπλοιάρχους 

Αρχιμηχανικούς.

Τεχνικούς Διευθυντές.

Επιθεωρητές.

Στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας.

Ανθρώπους που έχουν ζήσει στην πράξη τις απαιτήσεις των ανώτερων βαθμίδων ευθύνης.

Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει αποκλεισμό της ακαδημαϊκής γνώσης.

Αντιθέτως.

Οι νέες τεχνολογίες, τα νέα καύσιμα, η ενεργειακή μετάβαση και η ψηφιοποίηση των πλοίων καθιστούν απαραίτητη και τη συμβολή εξειδικευμένων επιστημόνων και ακαδημαϊκών.

Σημαίνει όμως ότι ο χαρακτήρας των ΚΕΣΕΝ πρέπει να παραμένει πρωτίστως επαγγελματικός και εξειδικευμένος.

Η αξία τους βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποτελούν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη θεωρητική γνώση της ΑΕΝ και στις πραγματικές απαιτήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ένας αξιωματικός όταν αναλαμβάνει ανώτερες θέσεις ευθύνης.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει επίσης ότι η συνεχής επαγγελματική εκπαίδευση δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο ούτε του δημόσιου ούτε του ιδιωτικού τομέα.

Στις περισσότερες ναυτικές χώρες συνυπάρχουν δημόσιες ακαδημίες, δημόσια κέντρα επιμόρφωσης, ιδιωτικές ακαδημίες και ιδιωτικοί φορείς κατάρτισης.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιος παρέχει την εκπαίδευση.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος θέτει τα πρότυπα.

Ποιος ελέγχει την ποιότητα.

Ποιος πιστοποιεί τελικά την επαγγελματική επάρκεια.

Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη απέναντι στη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.

Η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, δεν έχει λόγο να φοβάται την ύπαρξη πολλαπλών εκπαιδευτικών φορέων.

Έχει όμως υποχρέωση να προστατεύει το κύρος του ελληνικού διπλώματος.

Είτε η εκπαίδευση παρέχεται από δημόσιο είτε από ιδιωτικό φορέα, η τελική πιστοποίηση, η εποπτεία και η ευθύνη πρέπει να παραμένουν υπό τον έλεγχο της ελληνικής Πολιτείας και του Υπουργείου Ναυτιλίας.

Η ύπαρξη ισχυρών δημόσιων δομών, όπως οι ΑΕΝ και τα ΚΕΣΕΝ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δυνατότητα ύπαρξης πιστοποιημένων ιδιωτικών εκπαιδευτικών φορέων.

Αντιθέτως, μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον υπηρετούν τα ίδια πρότυπα ποιότητας και υπόκεινται στον ίδιο αξιόπιστο μηχανισμό ελέγχου.

Το ζητούμενο δεν είναι ποιος παρέχει την εκπαίδευση.

Το ζητούμενο είναι ποιος εγγυάται την ποιότητά της.

Και αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να ανήκει παρά μόνο στο κράτος που εκδίδει το δίπλωμα και φέρει τη διεθνή ευθύνη για την αξιοπιστία του.

Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της ναυτικής εκπαίδευσης οφείλει να αντιμετωπίζει τις ΑΕΝ, τα ΚΕΣΕΝ, τη θαλάσσια υπηρεσία, τη συνεχή επιμόρφωση και την επαγγελματική πιστοποίηση ως τμήματα ενός ενιαίου συστήματος.

Όχι ως ανταγωνιστικούς θεσμούς.

Αλλά ως διαδοχικούς κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο δίδαγμα που προσφέρει η διεθνής εμπειρία:

Ο ικανός αξιωματικός δεν διαμορφώνεται σε μία αίθουσα διδασκαλίας.

Δεν διαμορφώνεται μόνο στη θάλασσα.

Δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από εξετάσεις.

Διαμορφώνεται μέσα από τον συνδυασμό εκπαίδευσης, εμπειρίας, επιμόρφωσης και συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης.


5. Η ΨΕΥΔΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που έχουν γίνει διαχρονικά στη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι η δημιουργία μιας τεχνητής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς και στους ανθρώπους της θάλασσας.

Σαν να πρόκειται για δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Σαν να πρέπει η ναυτική εκπαίδευση να επιλέξει ανάμεσα στους δύο.

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Η σύγχρονη ναυτική εκπαίδευση χρειάζεται και τους δύο.

Χρειάζεται τον επιστήμονα, τον ερευνητή και τον καθηγητή.

Χρειάζεται όμως εξίσου τον Πλοίαρχο, τον Α΄ Μηχανικό, τον Αρχιπλοίαρχο και τον Αρχιμηχανικό.

Χρειάζεται τον άνθρωπο που έχει υπηρετήσει για δεκαετίες στη θάλασσα και γνωρίζει τις πραγματικές απαιτήσεις του επαγγέλματος.

Η μία γνώση δεν καταργεί την άλλη.

Η μία συμπληρώνει την άλλη.

Η ναυτική εκπαίδευση είναι ίσως από τα λίγα εκπαιδευτικά πεδία όπου η θεωρία και η πράξη είναι τόσο στενά συνδεδεμένες.

Ούτε η εμπειρία αρκεί από μόνη της.

Ούτε η ακαδημαϊκή γνώση αρκεί από μόνη της.

Ο αξιωματικός που θα βρεθεί αύριο στη γέφυρα ή στο μηχανοστάσιο ενός σύγχρονου πλοίου χρειάζεται και τις δύο.

Οι δύο διαδρομές όμως δεν είναι ίδιες.

Ο ακαδημαϊκός αξιολογείται κυρίως με βάση τις σπουδές του, το ερευνητικό του έργο, τις δημοσιεύσεις του και τη συμβολή του στην παραγωγή νέας γνώσης.

Ο άνθρωπος της θάλασσας αξιολογείται κυρίως με βάση τη θαλάσσια υπηρεσία του, τη διοικητική εμπειρία του, τη διαχείριση προσωπικού, τη διαχείριση τεχνικών προβλημάτων και τις ευθύνες που ανέλαβε κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του διαδρομής.

Καμία από τις δύο διαδρομές δεν είναι κατώτερη ή ανώτερη.

Είναι απλώς διαφορετικές.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν επιχειρείται να μετρηθούν με το ίδιο μέτρο.

Δεν μπορεί να ζητείται από έναν Πλοίαρχο ή έναν Α΄ Μηχανικό με δεκαετίες υπηρεσίας να αποδείξει την αξία της εμπειρίας του με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που αξιολογείται ένας πανεπιστημιακός ερευνητής.

Όπως δεν μπορεί να ζητείται από έναν πανεπιστημιακό ερευνητή να αποδείξει την αξία του με βάση θαλάσσια υπηρεσία που δεν είχε ποτέ λόγο να αποκτήσει.

Η έρευνα ασφαλώς έχει αξία.

Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της.

Οι ΑΕΝ όμως δημιουργήθηκαν πρωτίστως για να εκπαιδεύουν αξιωματικούς γέφυρας και μηχανοστασίου.

Αυτή παραμένει η βασική αποστολή τους.

Η έρευνα μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί μέσα από συνεργασίες με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, νηογνώμονες, ναυτιλιακές επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς.

Άλλωστε έτσι λειτουργεί σήμερα η ναυτιλιακή έρευνα παγκοσμίως.

Μέσα από συνεργασίες.

Μέσα από δίκτυα.

Μέσα από συνέργειες.

Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην παραγωγή αξιωματικών και στην παραγωγή έρευνας.

Είναι να καταφέρει να παράγει άριστους αξιωματικούς και ταυτόχρονα να δημιουργήσει σταδιακά τις προϋποθέσεις για ουσιαστική ναυτιλιακή έρευνα που θα υπηρετεί τις ανάγκες της ελληνικής ναυτιλίας.

Ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να τεθεί αφορά τη διάρθρωση των οργανικών θέσεων μέσα στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού.

Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα γνωστικών αντικειμένων όπως τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, η μετεωρολογία και οι λοιπές επιστήμες που υποστηρίζουν τη ναυτική εκπαίδευση.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν χρειάζονται.

Το ερώτημα είναι πώς κατανέμονται οι περιορισμένες θέσεις και οργανικές βαθμίδες ενός εξειδικευμένου ναυτικού ιδρύματος.

Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της μετεωρολογίας και των λοιπών επιστημονικών αντικειμένων που στηρίζουν τη ναυτική εκπαίδευση. Ωστόσο, σε ένα εξειδικευμένο ναυτικό ίδρυμα είναι εύλογο να εξετάζεται αν οι περιορισμένες ανώτερες οργανικές βαθμίδες αντανακλούν πρωτίστως τα βασικά ναυτικά γνωστικά αντικείμενα που συνδέονται άμεσα με την αποστολή των ΑΕΝ. Η παρατήρηση αυτή δεν υποβαθμίζει τη συμβολή των υποστηρικτικών επιστημών. Αντιθέτως, αναγνωρίζει τη σημασία τους, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη μοναδική φυσιογνωμία της ναυτικής εκπαίδευσης.

Παράλληλα, τίθεται και ένα δεύτερο ερώτημα:

Κατά πόσο το ισχύον σύστημα επιτρέπει την ουσιαστική αξιοποίηση στελεχών με εξαιρετικά υψηλή επαγγελματική διαδρομή στη θάλασσα και στη ναυτιλιακή βιομηχανία.

Διότι ένας Πλοίαρχος ή ένας Α΄ Μηχανικός με δεκαετίες υπηρεσίας, εμπειρία διοίκησης πλοίων, διαχείρισης στόλων, ναυπηγήσεων και τεχνικών διευθύνσεων διαθέτει γνώση εξαιρετικά πολύτιμη για τη ναυτική εκπαίδευση.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξισωθεί αυτή η διαδρομή με ένα διδακτορικό.

Το ζητούμενο είναι να αναζητηθούν θεσμικοί τρόποι ώστε αυτή η γνώση να μπορεί να αξιοποιείται ουσιαστικότερα μέσα στις εκπαιδευτικές δομές των ΑΕΝ.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερους ακαδημαϊκούς.

Χρειάζεται καλύτερα αξιοποιημένους ακαδημαϊκούς.

Δεν χρειάζεται λιγότερους ανθρώπους της θάλασσας.

Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους της θάλασσας να μεταφέρουν οργανωμένα την εμπειρία τους στις επόμενες γενιές.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται ένα σύστημα που να αναγνωρίζει ότι η ναυτική εκπαίδευση δεν μπορεί να οικοδομηθεί ούτε μόνο πάνω στους τίτλους ούτε μόνο πάνω στην εμπειρία.

Οφείλει να οικοδομηθεί πάνω στη συνεργασία τους.

Γιατί ο τελικός κριτής δεν είναι ούτε ο ακαδημαϊκός ούτε ο ναυτικός.

Ο τελικός κριτής είναι η ίδια η ναυτιλία.


6. ΤΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ;

Μετά από όλα όσα έχουν ειπωθεί για τις ΑΕΝ, τα ΚΕΣΕΝ, την ακαδημαϊκή αναβάθμιση, την έρευνα και την πιστοποίηση, παραμένει ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Τι αξιωματικό θέλουμε τελικά να παράγουμε;

Η ναυτιλία δεν ζητά απλώς κατόχους τίτλων, διπλωμάτων ή πιστοποιητικών.

Ζητά ανθρώπους που μπορούν να αναλάβουν ευθύνη.

Ο Πλοίαρχος και ο Α΄ Μηχανικός δεν κρίνονται από τα χαρτιά που κατέχουν.

Κρίνονται από την κρίση τους.

Από την τεχνική τους επάρκεια.

Από την ικανότητά τους να διοικούν ανθρώπους.

Από την ικανότητά τους να διαχειρίζονται κινδύνους.

Από την ικανότητά τους να λειτουργούν αποτελεσματικά υπό πίεση.

Από την ικανότητά τους να προστατεύουν ανθρώπινες ζωές, πλοία, φορτία και περιβάλλον.

Η ναυτιλία απαιτεί επαγγελματίες με γνώσεις, υπευθυνότητα, ψυχραιμία και ηγετικές ικανότητες.

Ταυτόχρονα όμως, η σύγχρονη ναυτιλία απαιτεί ολοένα υψηλότερο επίπεδο τεχνικής κατάρτισης.

Οι απαιτήσεις της STCW αποτελούν το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο.

Όχι το ανώτατο.

Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να παράγει αξιωματικούς που καλύπτουν πλήρως τις διεθνείς απαιτήσεις, αλλά ταυτόχρονα να τους δίνει τη δυνατότητα να εξελίσσονται πέρα από αυτές.

Ο στόχος δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην επαγγελματική επάρκεια και στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.

Ούτε ανάμεσα στη θάλασσα και στη γνώση.

Ούτε ανάμεσα στην εμπειρία και στην εκπαίδευση.

Ο στόχος είναι να δημιουργήσουμε αξιωματικούς που συνδυάζουν:

• τεχνική κατάρτιση,

• ναυτική κρίση,

• επαγγελματική υπευθυνότητα,

• διοικητικές ικανότητες,

• ψυχολογική ανθεκτικότητα,

• διάθεση για συνεχή εξέλιξη.

Γιατί τελικά ο καλύτερος αξιωματικός δεν είναι αυτός που διαθέτει τα περισσότερα χαρτιά.

Ούτε αυτός που διαθέτει απλώς τα περισσότερα χρόνια υπηρεσίας.

Είναι εκείνος που μπορεί να μετατρέπει τη γνώση, την εμπειρία και την κρίση του σε ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία του πλοίου.

Και αυτός είναι ο αξιωματικός που έχει ανάγκη η ελληνική ναυτιλία.


7. Η ΣΙΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Η παρούσα τοποθέτηση δεν γεννήθηκε από μία μεμονωμένη διαφωνία ούτε από μία συγκυριακή αντιπαράθεση.

Προηγήθηκαν επί σειρά ετών δημόσιες παρεμβάσεις, προτάσεις και προβληματισμοί που κατατέθηκαν προς διάφορους φορείς της ναυτικής εκπαίδευσης και της ναυτιλιακής κοινότητας.

Πολλές από αυτές τις απόψεις κοινοποιήθηκαν δημόσια.

Άλλες διαβιβάστηκαν σε αρμόδιους φορείς και πρόσωπα.

Απευθύνθηκα κατά καιρούς σε ναυτιλιακά μέσα ενημέρωσης (ιστοσελίδες, εφημερίδες και περιοδικά), σε επαγγελματικούς φορείς, στην Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, σε υπηρεσίες της Πολιτείας, σε ναυτιλιακούς οργανισμούς και σε εκπροσώπους της ευρύτερης ναυτιλιακής κοινότητας, πάντοτε με διάθεση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων.

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντία ούτε κάτοχο της μοναδικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό επιδίωξα να ακούσω τεκμηριωμένες απόψεις, παρατηρήσεις και αντιρρήσεις πάνω στις θέσεις και τις προτάσεις που κατέθεσα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι απόψεις αυτές έγιναν γνωστές και σε πολλούς συναδέλφους, εκπαιδευτικούς και ανθρώπους της ναυτιλίας, ουδέποτε διατυπώθηκαν δημόσια τεκμηριωμένες αντιρρήσεις ή εναλλακτικές προτάσεις επί της ουσίας των θέσεων που κατατέθηκαν. Ακόμη και μεταξύ συναδέλφων που γνώριζαν τις απόψεις αυτές, δεν αναπτύχθηκε ουσιαστικός διάλογος γύρω από τα ζητήματα που τέθηκαν. Η συζήτηση φαίνεται συχνά να περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα της ανωτατοποίησης των ΑΕΝ, ενώ για τα υπόλοιπα κρίσιμα θέματα της Ναυτικής Εκπαίδευσης, του περιεχομένου των σπουδών, της σχέσης με τη ναυτιλιακή βιομηχανία και του τύπου αξιωματικών που θέλουμε να παράγουμε, σπανίως κατατίθενται σαφείς και ολοκληρωμένες θέσεις.

Η απουσία συμφωνίας είναι απολύτως θεμιτή. Η απουσία όμως διαλόγου δεν βοηθά κανέναν.

Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της ΠΝΟ αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου κατατέθηκε συγκροτημένη θέση για το μέλλον της Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Για τον λόγο αυτό και η παρούσα απάντηση δεν έχει χαρακτήρα αντιπαράθεσης.

Αποτελεί προσπάθεια συνέχισης ενός διαλόγου που οφείλει να διευρυνθεί.

Διότι η Ναυτική Εκπαίδευση δεν μπορεί να εξελιχθεί μέσα από σιωπές.

Η πρόοδος γεννιέται μέσα από τον διάλογο.

Μέσα από τη σύνθεση.

Μέσα από την τεκμηριωμένη διαφωνία.

Και κυρίως μέσα από τη διάθεση όλων των πλευρών να ακούσουν όσα ίσως δεν επιθυμούν να ακούσουν.


8. ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΤΙΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ

Μετά από όλα όσα έχουν ειπωθεί, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ένα:

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν.

Οφείλει να μελετά τις διεθνείς εξελίξεις.

Οφείλει να παρακολουθεί τις καλές πρακτικές.

Οφείλει να συνεργάζεται με πανεπιστήμια, ναυτικές ακαδημίες και διεθνείς οργανισμούς.

Οφείλει να εξελίσσεται.

Δεν οφείλει όμως να θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται πάντοτε έξω από τα σύνορά της.

Η Ελλάδα δεν είναι μία χώρα που αναζητά ναυτική ταυτότητα.

Διαθέτει τη μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο.

Διαθέτει ναυτική παράδοση αιώνων.

Διαθέτει πλοιάρχους, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς, ναυτιλιακά στελέχη και επιχειρήσεις που έχουν αποδείξει την αξία τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κατά τη διάρκεια των ετών που υπηρέτησα και υπηρετώ τη ναυτική εκπαίδευση, αλλά και πολύ νωρίτερα ως σπουδαστής και ως ναυτικός, διαπίστωσα πολλές φορές το ενδιαφέρον ξένων φορέων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και εκπροσώπων της διεθνούς ναυτιλίας να κατανοήσουν τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τον Έλληνα αξιωματικό να ξεχωρίζει.

Πού οφείλεται η επιτυχία του.

Πού οφείλεται η προσαρμοστικότητά του.

Πού οφείλεται η παρουσία του σε κορυφαίες θέσεις ευθύνης της παγκόσμιας ναυτιλίας.

Αυτό το ενδιαφέρον δεν πρέπει να το αγνοούμε.

Όπως εμείς μελετούμε τα ξένα συστήματα, έτσι οφείλουμε να μελετήσουμε και τα δικά μας δυνατά σημεία.

Η ελληνική ναυτική εκπαίδευση δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην εμπειρία και την ακαδημαϊκή γνώση.

Δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό.

Πρέπει να συνθέσει.

Πρέπει να αξιοποιήσει τους ανθρώπους της θάλασσας.

Πρέπει να αξιοποιήσει τους ακαδημαϊκούς.

Πρέπει να αξιοποιήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Πρέπει να αξιοποιήσει το Ευγενίδειο Ίδρυμα, το οποίο επί δεκαετίες προσέφερε ουσιαστικό έργο στη Ναυτική Εκπαίδευση. Για πολλούς από εμάς, τα συγγράμματά του αποτέλεσαν τα πρώτα «ευαγγέλια» της ναυτικής μας εκπαίδευσης. Με αυτά μελετήσαμε, με αυτά εκπαιδευτήκαμε και μέσα από αυτά χτίσαμε σημαντικό μέρος των γνώσεών μας ως σπουδαστές και ως νέοι αξιωματικοί. Το έργο αυτό αξίζει αναγνώρισης και συνέχειας, προσαρμοσμένο πάντοτε στις απαιτήσεις της σύγχρονης ναυτιλίας και στις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής μας.

Πρέπει να αξιοποιήσει τις ΑΕΝ.

Πρέπει να αξιοποιήσει τα ΚΕΣΕΝ.

Πρέπει να αξιοποιήσει κάθε υγιή δύναμη που μπορεί να συμβάλει στην πρόοδο της ναυτικής εκπαίδευσης.

Η ποιοτική ναυτική εκπαίδευση δεν αποτελεί κόστος.

Αποτελεί επένδυση.

Επένδυση στην ασφάλεια.

Επένδυση στην ανταγωνιστικότητα.

Επένδυση στο μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.

Τα τελευταία χρόνια ακούμε συχνά ότι δυσκολευόμαστε να βρούμε Έλληνες αξιωματικούς.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παραίτηση.

Πρέπει να είναι η ενίσχυση της ελληνικής ναυτικής εκπαίδευσης.

Η προσέλκυση περισσότερων νέων στο ναυτικό επάγγελμα.

Η δημιουργία περισσότερων και καλύτερα εκπαιδευμένων αξιωματικών.

Διότι η πραγματική πρόκληση των επόμενων δεκαετιών δεν θα είναι μόνο η ποιότητα.

Θα είναι και η επάρκεια.

Η χώρα που διαθέτει την ισχυρότερη ναυτιλία του κόσμου δεν μπορεί να αδιαφορεί για το ποιος θα στελεχώσει τα πλοία της στο μέλλον.

Γι’ αυτό η ναυτική εκπαίδευση δεν αφορά μόνο τους σπουδαστές.

Δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς.

Δεν αφορά μόνο το Υπουργείο.

Δεν αφορά μόνο τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.

Αφορά το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.

Αφορά το μέλλον μιας εθνικής δύναμης που διατηρεί την Ελλάδα στην κορυφή του παγκόσμιου ναυτιλιακού χάρτη.

Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση δεν πρέπει να γίνεται με όρους αντιπαράθεσης.

Πρέπει να γίνεται με όρους ευθύνης.

Με όρους συνεργασίας.

Με όρους εθνικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν.

Χρειάζεται να πιστέψει στις δικές της δυνάμεις.

Να αξιοποιήσει τη γνώση που ήδη διαθέτει.

Να επενδύσει στους ανθρώπους της.

Και να δημιουργήσει ένα σύγχρονο, διεθνώς αναγνωρισμένο και βαθιά ελληνικό μοντέλο ναυτικής εκπαίδευσης.

Ένα μοντέλο που θα συνεχίσει να παράγει Έλληνες αξιωματικούς ικανούς να στελεχώνουν πρώτα τα Ελληνόκτητα πλοία και στη συνέχεια να μεταφέρουν την εμπειρία, τη γνώση και την αξία τους σε ολόκληρο το φάσμα της Ελληνικής και της διεθνούς ναυτιλίας.

Ένα μοντέλο αντάξιο της ναυτιλίας που υπηρετεί.

Ένα μοντέλο αντάξιο των ανθρώπων της θάλασσας.

Ένα μοντέλο αντάξιο της Ελλάδας.

Για την «Κοινή Πλεύση»

Μπάλλας Αναστάσιος

Αρχιμηχανικός / Μηχανικός Α’ Τάξης Ε.Ν.
Επίκουρος Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Για λόγους πληρότητας, διαφάνειας και διευκόλυνσης του αναγνώστη, παρατίθεται στη συνέχεια η ανοιχτή επιστολή της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ), στην οποία αναφέρεται και επί της οποίας τοποθετείται το παρόν κείμενο.

Η παράθεσή της αποσκοπεί στην πληρέστερη ενημέρωση και στην ενίσχυση του ουσιαστικού διαλόγου, ώστε κάθε αναγνώστης να έχει τη δυνατότητα να μελετήσει τόσο το αρχικό κείμενο όσο και τις απόψεις που διατυπώνονται στην παρούσα απάντηση και να διαμορφώσει τη δική του κρίση.

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

09 Ιουνίου 2026

Κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων της 

Διεθνούς Έκθεσης από την 1η έως στις 5 Ιουνίου 2026 στις οποίες συμμετείχαν φορείς από όλο το πλέγμα της ναυτιλιακής βιομηχανίας αλλά και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι άλλων χωρών, με ιδιαίτερη ικανοποίηση ακούσαμε τις ομιλίες του Γενικού Γραμματέα του ΙΜΟArsenio Dominguez αλλά και του Υπουργού ΥΝΑΝΠ κ. Βασίλη Κικίλια οι οποίοι ήταν από τους ελάχιστους που έκαναν εκτενή αναφορά στον σημαντικό ρόλο των ναυτικών. Και δεν θα μπορούσε να μην είναι σημαντικός ο ρόλος τους γιατί χωρίς ναυτικούς δεν υπάρχει ναυτιλία και θαλάσσιες μεταφορές από αρχαιοτάτων χρόνων. 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι ναυτικούς θέλουμε, και «πριν αλέκτωρ λαλήσει» η απάντηση ήρθε από τον συνήθη ύποπτο, το Ευγενίδειο Ίδρυμα. Και συγκεκριμένα, όπως είδαμε από δημοσιεύματα στον Τύπο, ο Πρόεδρος του Ευγενιδείου Ιδρύματος Λεωνίδας Δημητριάδης-Ευγενίδης, παρουσίασε «τη στρατηγική δέσμευση του Ιδρύματος για τον εκσυγχρονισμό της Ναυτικής Εκπαίδευσης και την προετοιμασία της επόμενης γενιάς ναυτικών», όπου μεταξύ άλλων «μαργαριταριών», μας ενημερώνει για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος εκπαίδευσης αξιολόγησης και πιστοποίησης των ναυτικών αγγλικών (Maritime English) σε συνεργασία με το Βρετανικό Συμβούλιο (British Council) αλλά και τον Ιταλικό Νηογνώμονα RINA.

Υπενθυμίζουμε για μια ακόμη φορά στο ΕυγενίδειοΊδρυμα, ότι οι Ακαδημίες Ε.Ν. ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου οι σπουδαστές εισάγονται με τη διαδικασία των πανελλήνιων εξετάσεων. Οι καθηγητές που τους διδάσκουν όλα τα μαθήματα αλλά και τα Αγγλικά, είναι αυτοί που πιστοποιούν τους μαθητές.

Πληροφορούμε το Ευγενίδειο Ίδρυμα σε περίπτωση που το αγνοεί, ότι τα ναυτικά αγγλικά στις ΑΕΝ δεν αποτελούν βοηθητικό μάθημα ξένης γλώσσας όπως στα υπόλοιπα ΑΕΙ, αλλά αντιθέτως, είναι βασικό μάθημα, το μοναδικό που διδάσκεται και εξετάζεται στο σύνολο των εκπαιδευτικών εξαμήνων. Η διδακτέα ύλη δε, καθορίζεται ρητά από τα οικεία model courses του ΙΜΟ. Οι καθηγητές που τα διδάσκουν, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών κύκλων από Ελληνικά Πανεπιστήμια ή αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής.

Για μια ακόμη φορά, το Ευγενίδειο Ίδρυμα προσπαθεί να υποβαθμίσει τη Δημόσια Ναυτική Εκπαίδευση, όπως άλλωστε έκανε και με την περίφημη μελέτη του με την οποία οι σπουδαστές που επιτυχώς αποφοιτούσαν από τις ΑΕΝ θα εντάσσονταν στο εθνικό πλαίσιο προσόντων επιπέδου 5, δηλ. ισότιμο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης!

Είναι τουλάχιστον γελοίο και στερείται οποιασδήποτε σοβαρότητας, ότι το Βρετανικό Συμβούλιο θα πιστοποιεί τους σπουδαστές των ΑΕΝ. Και ακριβώς επειδή δεν μπορεί να το κάνει, βάζουν στη μέση το άλλο ιδιωτικό μαγαζί, τον Ιταλικό Νηογνώμονα, να πιστοποιήσει τα ναυτικά αγγλικά των σπουδαστών που φοιτούν σε σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ελλάδας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, με την πρόταση του το Ευγενίδειο Ίδρυμα αμφισβητεί ευθέως την επάρκεια των καθηγητών των ΑΕΝ.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Ευγενίδειο Ίδρυμα πέρα από τη βιβλιογραφία, δεν μπορεί και δεν θέλει να συμβάλει θετικά για την αναβάθμιση της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Και το ερώτημα που μένει να απαντηθείείναι: με πόσα χρήματα έχει επιδοτηθεί συνολικά όλα αυτά τα χρόνια, γιατί από ό,τι βλέπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα, γίνεται λόγος για πάρτι 5,9 εκατομμυρίων ευρώ μέσω ΕΣΠΑ. Και ποια είναι η έμπρακτη προσφορά του στην αναβάθμιση της Ναυτικής Εκπαίδευσης που τόσο πολύ επικαλείται, ύστερα από όλα αυτά τα χρήματα που έχουν απορροφηθεί.

Η Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία μετά το Παν-Ναυτικό της Συνέδριο που θα διεξαχθεί στις 12 Ιουνίου 2026, θα ασχοληθεί πιο επισταμένα με το θέμα της Ναυτικής Εκπαίδευσης και της προσέλκυσης των νέων στο ναυτικό επάγγελμα. Ένα ναυτικό επάγγελμα, το οποίο από την αρχή της εισαγωγής στην εκπαίδευση, στην μετεκπαίδευση και στον επαγγελματικό βίο, θα αποδίδει στους ναυτικούς αυτό που πραγματικά αξίζουν.

 

Για την Π.Ν.Ο.


Ο Γενικός Γραμματέας
CaptΕμμΤσικαλάκης




Η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική

Η ΠΕΕΔΝΕ δεν ανήκει σε κανέναν Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, Λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές, λάβαμε ένα κείμενο το οποίο επιχει...