ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
1. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Διαβάζοντας την επιστολή της ΠΝΟ, διαπιστώνω ότι ένα σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώνεται στο ποιος πιστοποιεί, ποιος αξιολογεί, ποιος έχει την αρμοδιότητα και ποιος έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στη ναυτική εκπαίδευση.
Τα ζητήματα αυτά είναι σημαντικά.
Δεν είναι όμως τα σημαντικότερα.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΑΕΝ είναι καλύτερες από κάποιον άλλο φορέα.
Δεν είναι αν οι καθηγητές των ΑΕΝ είναι επαρκείς.
Δεν είναι αν το Ευγενίδειο Ίδρυμα έχει ή δεν έχει δικαίωμα να καταθέτει προτάσεις.
Ούτε είναι αν μία επιπλέον πιστοποίηση, όπως αυτή που συζητείται σήμερα για τα Maritime English, αποτελεί από μόνη της απειλή ή ευκαιρία.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν πρέπει να εξετάζεται αποσπασματικά.
Προσωπικά δεν θεωρώ ότι μία διεθνώς αναγνωρίσιμη πιστοποίηση ναυτικών αγγλικών αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Η σύγχρονη ναυτιλία είναι παγκόσμια και η αγγλική γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο επικοινωνίας στη γέφυρα, στο μηχανοστάσιο, στις επιθεωρήσεις, στις λιμενικές αρχές, στους νηογνώμονες και στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.
Κάθε πρωτοβουλία που μπορεί να ενισχύσει την πραγματική γλωσσική επάρκεια των Ελλήνων ναυτικών αξίζει να εξετάζεται με σοβαρότητα.
Το ουσιαστικό ερώτημα όμως δεν είναι αν χρειάζεται ή όχι μία τέτοια πιστοποίηση.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα ενταχθεί στο εθνικό σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης, ποιος θα έχει την ευθύνη της εφαρμογής και της εποπτείας της και πώς θα αξιοποιηθεί η εμπειρία των ΑΕΝ, των ΚΕΣΕΝ και των εκπαιδευτικών που επί δεκαετίες διδάσκουν και αξιολογούν τους Έλληνες ναυτικούς.
Εφόσον πρόκειται για μία πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των ναυτικών και όχι στην υποκατάσταση της ναυτικής εκπαίδευσης, τότε η συζήτηση δεν πρέπει να γίνεται με όρους αντιπαράθεσης αλλά με όρους συνεργασίας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο:
Θέλει η Ελλάδα απλώς να παράγει αξιωματικούς που καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της STCW;
Θέλει να παράγει μόνο αποφοίτους με ακαδημαϊκούς τίτλους;
Θέλει να παράγει μόνο στελέχη για τη στεριά;
Ή θέλει να παράγει ολοκληρωμένους επαγγελματίες της ναυτιλίας, ικανούς να υπηρετήσουν αρχικά στα πλοία, να εξελιχθούν σε Πλοιάρχους και Α‘ Μηχανικούς και στη συνέχεια, εφόσον το επιλέξουν, να στελεχώσουν ναυτιλιακές επιχειρήσεις, νηογνώμονες, διεθνείς οργανισμούς, λιμενικές αρχές και υπηρεσίες του κράτους;
Η Ελλάδα, ως πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει μόνο μία από αυτές τις κατευθύνσεις.
Οφείλει να υπηρετήσει όλες.
Οφείλει να διατηρήσει την ικανότητά της να παράγει άριστους αξιωματικούς για τη θάλασσα.
Οφείλει όμως ταυτόχρονα να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη των αυριανών στελεχών που θα διοικήσουν την ελληνική και διεθνή ναυτιλία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι υπάρχει μία αρχή η οποία δεν πρέπει να αμφισβητηθεί:
Η τελική πιστοποίηση του Έλληνα ναυτικού πρέπει να παραμένει υπό την ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας και του Υπουργείου Ναυτιλίας.
Αυτό συμβαίνει στις περισσότερες μεγάλες ναυτικές χώρες του κόσμου.
Οι φορείς εκπαίδευσης μπορεί να διαφέρουν.
Οι εκπαιδευτικές διαδρομές μπορεί να διαφέρουν.
Η τελική όμως ευθύνη για την πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων του αξιωματικού παραμένει κρατική ευθύνη, διότι συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, την προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και τη διεθνή αξιοπιστία της σημαίας κάθε κράτους.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους θεσμούς που ήδη διαθέτει:
τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού,
τα Κέντρα Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού,
τους εξεταστικούς μηχανισμούς του Υπουργείου Ναυτιλίας,
και γενικότερα κάθε δομή που συμβάλλει στην εκπαίδευση, αξιολόγηση και πιστοποίηση των Ελλήνων ναυτικών.
Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ποιος διδάσκει ένα αντικείμενο ή ποιος χορηγεί μία επιπλέον πιστοποίηση.
Πρέπει να αφορά το πώς η Ελλάδα θα συνεχίσει να παράγει ναυτικούς υψηλού επιπέδου, διεθνώς ανταγωνιστικούς και πλήρως ικανούς να υπηρετήσουν τόσο τη θάλασσα όσο και το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση που σπανίως συζητείται με την προσοχή που της αξίζει.
Αν η Ελλάδα είναι πράγματι η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, αν διαθέτει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ναυτιλιακών επιχειρήσεων διεθνώς και χιλιάδες έμπειρους Πλοιάρχους, Α‘ Μηχανικούς και στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας, τότε είναι εύλογο να τεθεί ένα ερώτημα:
Γιατί ένας νέος Έλληνας αξιωματικός που επιθυμεί να εξελιχθεί επιστημονικά ή ερευνητικά να αναζητά σχεδόν πάντοτε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο εξωτερικό;
Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να κλείσουμε την πόρτα στη διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία.
Αντιθέτως.
Η επαφή με κορυφαία πανεπιστήμια αποτελεί πλεονέκτημα.
Όμως είναι εύλογο να αναρωτηθούμε γιατί η χώρα που κατέχει την πρώτη θέση στη διεθνή ναυτιλία δεν έχει ακόμη αναπτύξει σε πλήρη έκταση ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό και ερευνητικό οικοσύστημα ναυτιλιακών σπουδών, ικανό να υποστηρίξει όχι μόνο την αρχική εκπαίδευση των αξιωματικών αλλά και τη μετέπειτα ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους εξέλιξη.
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην υποβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Ούτε στην εγκατάλειψη της STCW.
Ούτε στην αντιπαράθεση μεταξύ ακαδημαϊκών και ναυτικών.
Βρίσκεται στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής διαδρομής που θα ξεκινά από τις ΑΕΝ, θα συνεχίζεται με τη θαλάσσια υπηρεσία και την επιμόρφωση μέσω των ΚΕΣΕΝ και θα μπορεί να οδηγεί, για όσους το επιθυμούν, σε ανώτερες σπουδές, έρευνα και παραγωγή νέας ναυτιλιακής γνώσης μέσα στην ίδια τη χώρα.
Διότι η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από αξιωματικούς για τα πλοία της.
Έχει ανάγκη και από τους ανθρώπους που θα σχεδιάσουν, θα διοικήσουν και θα εξελίξουν τη ναυτιλία της τις επόμενες δεκαετίες.
Πριν αποφασίσουμε τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα, οφείλουμε να εξετάσουμε τι συμβαίνει στις μεγάλες ναυτικές χώρες του κόσμου.
Συχνά στη χώρα μας αναπτύσσονται συζητήσεις σαν να υπάρχει ένα μοναδικό διεθνές πρότυπο ναυτικής εκπαίδευσης το οποίο όλοι ακολουθούν.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό μοντέλο.
Η Νορβηγία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση από τη Γερμανία.
Η Γερμανία διαφορετική από την Ολλανδία.
Η Ιαπωνία διαφορετική από τις Φιλιππίνες.
Η Ρωσία διαφορετική από την Ινδία.
Κάθε χώρα έχει διαμορφώσει το εκπαιδευτικό της σύστημα σύμφωνα με τις ανάγκες της ναυτιλίας της, την ιστορία της και τη στρατηγική της.
Υπάρχει όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό που συναντάται σχεδόν παντού:
Η επαγγελματική επάρκεια του αξιωματικού παραμένει ο κεντρικός στόχος της ναυτικής εκπαίδευσης.
Καμία μεγάλη ναυτική χώρα δεν οργανώνει το σύστημά της ξεκινώντας από το ερώτημα αν αυτό πρέπει να είναι αποκλειστικά ακαδημαϊκό ή αποκλειστικά επαγγελματικό.
Ούτε όλες οι χώρες διαθέτουν ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα.
Ούτε όλες έχουν το ίδιο επίπεδο πανεπιστημιακής οργάνωσης.
Αυτό που τις ενώνει είναι ότι προσαρμόζουν το εκπαιδευτικό τους σύστημα στις πραγματικές ανάγκες της ναυτιλίας τους.
Άλλες επενδύουν περισσότερο στην έρευνα.
Άλλες περισσότερο στην επαγγελματική κατάρτιση.
Άλλες επιδιώκουν έναν συνδυασμό των δύο.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η σύγχρονη ναυτιλιακή έρευνα σπανίως αποτελεί έργο ενός μόνο ιδρύματος.
Στις περισσότερες ναυτικές χώρες αναπτύσσεται μέσα από συνεργασίες πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, ναυτιλιακών επιχειρήσεων, νηογνωμόνων, κρατικών φορέων και εξειδικευμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Η αξία κάθε φορέα δεν προκύπτει μόνο από την ακαδημαϊκή του δομή αλλά και από τη συμβολή που μπορεί να προσφέρει σε ένα ευρύτερο ερευνητικό και εκπαιδευτικό οικοσύστημα.
Στον χώρο της ναυτιλίας, η εμπειρία της θάλασσας, η γνώση της λειτουργίας των πλοίων και η επαφή με τα πραγματικά επιχειρησιακά προβλήματα αποτελούν συχνά εξίσου σημαντική συνεισφορά με την ακαδημαϊκή γνώση.
Για τον λόγο αυτό, η ύπαρξη οργανωμένης έρευνας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα λειτουργεί αυτόνομα ως ερευνητικό πανεπιστήμιο.
Προϋποθέτει όμως τη δυνατότητα συμμετοχής του σε δίκτυα συνεργασίας, στα οποία η επιστημονική γνώση και η επαγγελματική εμπειρία αλληλοσυμπληρώνονται.
Υπό αυτή την έννοια, η συζήτηση για το μέλλον της ναυτικής εκπαίδευσης δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν οι ΑΕΝ παράγουν σήμερα αυτόνομο ερευνητικό έργο.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν η χώρα διαθέτει τη βούληση να συνδέσει τη ναυτική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, τη ναυτιλιακή βιομηχανία και τους ανθρώπους της θάλασσας σε ένα κοινό πλαίσιο παραγωγής γνώσης και καινοτομίας.
Καμία όμως από τις μεγάλες ναυτικές χώρες δεν χάνει από το επίκεντρο τον τελικό σκοπό:
την παραγωγή ικανών αξιωματικών και στελεχών για τη ναυτιλία της.
Η Νορβηγία και η Δανία επένδυσαν σε ισχυρά ναυτικά πανεπιστήμια και maritime colleges, διατηρώντας παράλληλα στενή σύνδεση με τη ναυτιλιακή βιομηχανία και τη θαλάσσια υπηρεσία.
Η Γερμανία και η Ολλανδία ανέπτυξαν συστήματα στα οποία η ακαδημαϊκή γνώση συνδυάζεται με εκτεταμένη πρακτική εκπαίδευση.
Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα διατήρησαν εκπαιδευτικά συστήματα όπου η τεχνική κατάρτιση, η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η σύνδεση με τη βιομηχανία παραμένουν κυρίαρχες αξίες.
Οι Φιλιππίνες ανέπτυξαν ένα μοντέλο προσανατολισμένο στην παραγωγή μεγάλου αριθμού αξιωματικών και πληρωμάτων πλήρως συμβατών με τη STCW και τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς.
Η Ινδία ακολουθεί ένα υβριδικό μοντέλο συνδυάζοντας ακαδημαϊκές σπουδές, ναυτική κατάρτιση και αυστηρή κρατική πιστοποίηση.
Η Ρωσία διατήρησε ισχυρές ναυτικές ακαδημίες με έντονη κρατική εποπτεία, απαιτητικές εξετάσεις και συνεχή επαγγελματική εξέλιξη των αξιωματικών.
Αν εξετάσουμε όλες αυτές τις χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.
Υπάρχει όμως και μία εντυπωσιακή ομοιότητα:
Καμία δεν αντιμετωπίζει τη ναυτική εκπαίδευση αποκλειστικά ως ακαδημαϊκή διαδικασία.
Η θάλασσα παραμένει το επίκεντρο.
Η επαγγελματική επάρκεια παραμένει το ζητούμενο.
Η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της ναυτιλιακής βιομηχανίας παραμένει αδιαπραγμάτευτη.
Και ακριβώς γι’ αυτό, σε όλες σχεδόν τις μεγάλες ναυτικές χώρες, η ναυτική εκπαίδευση στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
• θεωρητική και επιστημονική κατάρτιση,
• πρακτική εκπαίδευση και θαλάσσια υπηρεσία,
• συνεχή επαγγελματική εξέλιξη μέσω επιμόρφωσης και πιστοποίησης.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη διεθνή εμπειρία.
Όχι ότι πρέπει να αντιγράψουμε κάποιο άλλο κράτος.
Αλλά ότι πρέπει να κατανοήσουμε πως οι χώρες που πέτυχαν στη ναυτική εκπαίδευση δεν επέλεξαν ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη.
Δεν επέλεξαν ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς και στους ανθρώπους της θάλασσας.
Επέλεξαν να αξιοποιήσουν και τους δύο.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα για την Ελλάδα.
3. Η STCW ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που γίνονται συχνά στη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι ότι συγχέονται δύο διαφορετικές έννοιες:
η επαγγελματική επάρκεια
και η ακαδημαϊκή αναγνώριση.
Η Διεθνής Σύμβαση STCW δεν δημιουργήθηκε για να καθορίσει ποια ιδρύματα είναι πανεπιστήμια.
Δεν δημιουργήθηκε για να απονέμει ακαδημαϊκούς τίτλους.
Δεν δημιουργήθηκε για να καθορίσει ποια χώρα διαθέτει ανώτατη εκπαίδευση.
Η STCW δημιουργήθηκε για έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό:
να διασφαλίσει ότι ο αξιωματικός που ανεβαίνει σε ένα πλοίο διαθέτει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται για την ασφαλή λειτουργία του.
Αυτό είναι το θεμέλιο της παγκόσμιας ναυτικής εκπαίδευσης.
Όλες οι μεγάλες ναυτικές χώρες, ανεξάρτητα από το αν διαθέτουν ναυτικά πανεπιστήμια, ακαδημίες ή επαγγελματικές σχολές, οργανώνουν τα προγράμματά τους έτσι ώστε να καλύπτουν πλήρως τις απαιτήσεις της STCW.
Με άλλα λόγια:
Η STCW δεν είναι το ανώτατο επίπεδο της ναυτικής εκπαίδευσης.
Είναι όμως το υποχρεωτικό κοινό θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται κάθε σοβαρό σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης στον κόσμο.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Διότι πολλές φορές δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση ότι η ακαδημαϊκή αναβάθμιση μιας σχολής μπορεί να υποκαταστήσει τις απαιτήσεις της STCW.
Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Όσο υψηλότερο ακαδημαϊκό επίπεδο και αν αποκτήσει ένα ίδρυμα, δεν μπορεί να παρακάμψει ούτε μία από τις απαιτήσεις της STCW.
Ο αξιωματικός θα κριθεί τελικά από την ικανότητά του να εκτελεί τα καθήκοντά του επάνω στο πλοίο.
Θα κριθεί από την επιχειρησιακή του επάρκεια.
Από τις τεχνικές του γνώσεις.
Από την ικανότητά του να διοικεί ανθρώπους.
Από την ικανότητά του να λαμβάνει αποφάσεις υπό πίεση.
Από την ψυχραιμία του.
Από την επαγγελματική του κρίση.
Κανένα από αυτά δεν αντικαθίσταται από έναν ακαδημαϊκό τίτλο.
Ταυτόχρονα όμως, η STCW δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευση πρέπει να σταματά εκεί.
Η STCW καθορίζει το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο επάρκειας.
Δεν απαγορεύει σε καμία χώρα να προχωρήσει υψηλότερα.
Αντιθέτως.
Οι πιο επιτυχημένες ναυτικές χώρες χρησιμοποιούν τη STCW ως βάση και επάνω σε αυτήν προσθέτουν περισσότερη τεχνολογική γνώση, περισσότερη διοικητική εκπαίδευση, περισσότερη ψηφιακή κατάρτιση και μεγαλύτερη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες.
Με μία φράση:
Η STCW αποτελεί το πάτωμα της ναυτικής εκπαίδευσης. Δεν αποτελεί το ταβάνι της.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη STCW και στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Χρειάζεται να διασφαλίσει ότι κανένα επίπεδο ακαδημαϊκής αναβάθμισης δεν θα αποδυναμώσει την επιχειρησιακή επάρκεια που απαιτεί η STCW.
Και ταυτόχρονα ότι κανένα επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης δεν θα εμποδίσει όσους το επιθυμούν να συνεχίσουν προς ανώτερες σπουδές, έρευνα και επιστημονική εξέλιξη.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ των δύο.
Η πραγματική πρόκληση είναι να τα συνδυάσουμε.
Ένα ακόμη στοιχείο που συχνά παραλείπεται από τη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι ο ρόλος της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης του ναυτικού.
Η εκπαίδευση ενός αξιωματικού δεν ολοκληρώνεται με την αποφοίτησή του από μία Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού.
Στην πραγματικότητα, τότε μόλις αρχίζει.
Η σύγχρονη ναυτιλία αποτελεί έναν από τους ταχύτερα εξελισσόμενους τεχνολογικούς κλάδους του κόσμου.
Νέα καύσιμα, νέοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί, νέα συστήματα αυτοματισμού, νέες τεχνολογίες πρόωσης, ενεργειακή μετάβαση, ψηφιοποίηση, κυβερνοασφάλεια και συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού μεταβάλλουν διαρκώς το επάγγελμα.
Καμία αρχική σχολή, όσο καλή και αν είναι, δεν μπορεί να καλύψει εκ των προτέρων όλη τη γνώση που θα χρειαστεί ένας αξιωματικός κατά τη διάρκεια μιας σταδιοδρομίας τριάντα ή σαράντα ετών.
Γι’ αυτό η διεθνής ναυτιλία έχει αναπτύξει συστήματα συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης και δια βίου επιμόρφωσης.
Στην Ελλάδα τον ρόλο αυτό υπηρετούν τα Κέντρα Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ).
Η ύπαρξη των ΚΕΣΕΝ δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα.
Αποτελεί μέρος μιας διεθνούς λογικής που συναντάται, με διαφορετικές μορφές, σχεδόν σε όλες τις μεγάλες ναυτικές χώρες.
Η βασική φιλοσοφία είναι κοινή:
Ο αξιωματικός δεν πιστοποιείται μία φορά για όλη του τη ζωή.
Επιμορφώνεται.
Αξιολογείται.
Εξελίσσεται.
Επαναπιστοποιείται.
Και προσαρμόζεται διαρκώς στις απαιτήσεις της τεχνολογίας και της ναυτιλιακής βιομηχανίας.
Η πορεία από τον Γ΄ Μηχανικό στον Β΄, από τον Β΄ στον Α΄, από τον Ανθυποπλοίαρχο στον Υποπλοίαρχο και τελικά στον Πλοίαρχο δεν βασίζεται αποκλειστικά στον χρόνο υπηρεσίας.
Βασίζεται σε έναν συνδυασμό θαλάσσιας υπηρεσίας, πρόσθετης εκπαίδευσης, αξιολόγησης, εξετάσεων και επαγγελματικής επάρκειας.
Η ναυτική εκπαίδευση δεν είναι μία διαδικασία που ολοκληρώνεται στα είκοσι δύο ή στα είκοσι πέντε χρόνια.
Είναι μία διαδικασία που συνεχίζεται σε ολόκληρη την επαγγελματική ζωή του ναυτικού.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα ΚΕΣΕΝ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής ναυτικής εκπαίδευσης.
Δεν υποκαθιστούν τις ΑΕΝ.
Δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά προς αυτές.
Αποτελούν τη φυσική συνέχειά τους.
Οι ΑΕΝ παρέχουν την αρχική εκπαίδευση.
Η θάλασσα παρέχει την εμπειρία.
Τα ΚΕΣΕΝ μετατρέπουν την εμπειρία σε ανώτερο επίπεδο επαγγελματικής επάρκειας.
Είναι το σημείο όπου η θεωρία συναντά την πράξη.
Είναι το σημείο όπου η εμπειρία οργανώνεται, εμπλουτίζεται και εξελίσσεται.
Η αποστολή τους όμως δεν πρέπει να είναι η επανάληψη της ύλης που ήδη διδάχθηκε στις ΑΕΝ.
Ούτε να λειτουργούν ως ένας μηχανισμός προετοιμασίας εξετάσεων.
Ούτε ως ένα απλό «φροντιστήριο διπλωμάτων».
Η πραγματική αποστολή τους είναι πολύ σημαντικότερη.
Να αποτελούν το σημείο όπου η θαλάσσια εμπειρία συναντά τις νέες τεχνολογίες, τις νέες κανονιστικές απαιτήσεις και τις εξελίξεις της διεθνούς ναυτιλίας.
Ο αξιωματικός που εισέρχεται σε ένα ΚΕΣΕΝ δεν είναι πλέον σπουδαστής.
Είναι ήδη επαγγελματίας.
Έχει ταξιδέψει.
Έχει εργαστεί.
Έχει αναλάβει ευθύνες.
Έχει αντιμετωπίσει πραγματικά προβλήματα.
Για τον λόγο αυτό, η εκπαίδευση που του παρέχεται οφείλει να είναι περισσότερο εξειδικευμένη, περισσότερο εφαρμοσμένη και περισσότερο προσανατολισμένη στις πραγματικές ευθύνες που συνοδεύουν έναν Πλοίαρχο ή έναν Α΄ Μηχανικό.
Αυτό σημαίνει ότι τα ΚΕΣΕΝ πρέπει να αξιοποιούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ανθρώπους με υψηλού επιπέδου επιχειρησιακή εμπειρία:
Πλοιάρχους.
Α‘ Μηχανικούς
Αρχιμηχανικούς.
Τεχνικούς Διευθυντές.
Επιθεωρητές.
Στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας.
Ανθρώπους που έχουν ζήσει στην πράξη τις απαιτήσεις των ανώτερων βαθμίδων ευθύνης.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει αποκλεισμό της ακαδημαϊκής γνώσης.
Αντιθέτως.
Οι νέες τεχνολογίες, τα νέα καύσιμα, η ενεργειακή μετάβαση και η ψηφιοποίηση των πλοίων καθιστούν απαραίτητη και τη συμβολή εξειδικευμένων επιστημόνων και ακαδημαϊκών.
Σημαίνει όμως ότι ο χαρακτήρας των ΚΕΣΕΝ πρέπει να παραμένει πρωτίστως επαγγελματικός και εξειδικευμένος.
Η αξία τους βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποτελούν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη θεωρητική γνώση της ΑΕΝ και στις πραγματικές απαιτήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ένας αξιωματικός όταν αναλαμβάνει ανώτερες θέσεις ευθύνης.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει επίσης ότι η συνεχής επαγγελματική εκπαίδευση δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο ούτε του δημόσιου ούτε του ιδιωτικού τομέα.
Στις περισσότερες ναυτικές χώρες συνυπάρχουν δημόσιες ακαδημίες, δημόσια κέντρα επιμόρφωσης, ιδιωτικές ακαδημίες και ιδιωτικοί φορείς κατάρτισης.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιος παρέχει την εκπαίδευση.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος θέτει τα πρότυπα.
Ποιος ελέγχει την ποιότητα.
Ποιος πιστοποιεί τελικά την επαγγελματική επάρκεια.
Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη απέναντι στη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου, δεν έχει λόγο να φοβάται την ύπαρξη πολλαπλών εκπαιδευτικών φορέων.
Έχει όμως υποχρέωση να προστατεύει το κύρος του ελληνικού διπλώματος.
Είτε η εκπαίδευση παρέχεται από δημόσιο είτε από ιδιωτικό φορέα, η τελική πιστοποίηση, η εποπτεία και η ευθύνη πρέπει να παραμένουν υπό τον έλεγχο της ελληνικής Πολιτείας και του Υπουργείου Ναυτιλίας.
Η ύπαρξη ισχυρών δημόσιων δομών, όπως οι ΑΕΝ και τα ΚΕΣΕΝ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δυνατότητα ύπαρξης πιστοποιημένων ιδιωτικών εκπαιδευτικών φορέων.
Αντιθέτως, μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον υπηρετούν τα ίδια πρότυπα ποιότητας και υπόκεινται στον ίδιο αξιόπιστο μηχανισμό ελέγχου.
Το ζητούμενο δεν είναι ποιος παρέχει την εκπαίδευση.
Το ζητούμενο είναι ποιος εγγυάται την ποιότητά της.
Και αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να ανήκει παρά μόνο στο κράτος που εκδίδει το δίπλωμα και φέρει τη διεθνή ευθύνη για την αξιοπιστία του.
Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της ναυτικής εκπαίδευσης οφείλει να αντιμετωπίζει τις ΑΕΝ, τα ΚΕΣΕΝ, τη θαλάσσια υπηρεσία, τη συνεχή επιμόρφωση και την επαγγελματική πιστοποίηση ως τμήματα ενός ενιαίου συστήματος.
Όχι ως ανταγωνιστικούς θεσμούς.
Αλλά ως διαδοχικούς κρίκους της ίδιας αλυσίδας.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο δίδαγμα που προσφέρει η διεθνής εμπειρία:
Ο ικανός αξιωματικός δεν διαμορφώνεται σε μία αίθουσα διδασκαλίας.
Δεν διαμορφώνεται μόνο στη θάλασσα.
Δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από εξετάσεις.
Διαμορφώνεται μέσα από τον συνδυασμό εκπαίδευσης, εμπειρίας, επιμόρφωσης και συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης.
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που έχουν γίνει διαχρονικά στη συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση είναι η δημιουργία μιας τεχνητής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς και στους ανθρώπους της θάλασσας.
Σαν να πρόκειται για δύο αντίπαλα στρατόπεδα.
Σαν να πρέπει η ναυτική εκπαίδευση να επιλέξει ανάμεσα στους δύο.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.
Η σύγχρονη ναυτική εκπαίδευση χρειάζεται και τους δύο.
Χρειάζεται τον επιστήμονα, τον ερευνητή και τον καθηγητή.
Χρειάζεται όμως εξίσου τον Πλοίαρχο, τον Α΄ Μηχανικό, τον Αρχιπλοίαρχο και τον Αρχιμηχανικό.
Χρειάζεται τον άνθρωπο που έχει υπηρετήσει για δεκαετίες στη θάλασσα και γνωρίζει τις πραγματικές απαιτήσεις του επαγγέλματος.
Η μία γνώση δεν καταργεί την άλλη.
Η μία συμπληρώνει την άλλη.
Η ναυτική εκπαίδευση είναι ίσως από τα λίγα εκπαιδευτικά πεδία όπου η θεωρία και η πράξη είναι τόσο στενά συνδεδεμένες.
Ούτε η εμπειρία αρκεί από μόνη της.
Ούτε η ακαδημαϊκή γνώση αρκεί από μόνη της.
Ο αξιωματικός που θα βρεθεί αύριο στη γέφυρα ή στο μηχανοστάσιο ενός σύγχρονου πλοίου χρειάζεται και τις δύο.
Οι δύο διαδρομές όμως δεν είναι ίδιες.
Ο ακαδημαϊκός αξιολογείται κυρίως με βάση τις σπουδές του, το ερευνητικό του έργο, τις δημοσιεύσεις του και τη συμβολή του στην παραγωγή νέας γνώσης.
Ο άνθρωπος της θάλασσας αξιολογείται κυρίως με βάση τη θαλάσσια υπηρεσία του, τη διοικητική εμπειρία του, τη διαχείριση προσωπικού, τη διαχείριση τεχνικών προβλημάτων και τις ευθύνες που ανέλαβε κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του διαδρομής.
Καμία από τις δύο διαδρομές δεν είναι κατώτερη ή ανώτερη.
Είναι απλώς διαφορετικές.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν επιχειρείται να μετρηθούν με το ίδιο μέτρο.
Δεν μπορεί να ζητείται από έναν Πλοίαρχο ή έναν Α΄ Μηχανικό με δεκαετίες υπηρεσίας να αποδείξει την αξία της εμπειρίας του με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που αξιολογείται ένας πανεπιστημιακός ερευνητής.
Όπως δεν μπορεί να ζητείται από έναν πανεπιστημιακό ερευνητή να αποδείξει την αξία του με βάση θαλάσσια υπηρεσία που δεν είχε ποτέ λόγο να αποκτήσει.
Η έρευνα ασφαλώς έχει αξία.
Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της.
Οι ΑΕΝ όμως δημιουργήθηκαν πρωτίστως για να εκπαιδεύουν αξιωματικούς γέφυρας και μηχανοστασίου.
Αυτή παραμένει η βασική αποστολή τους.
Η έρευνα μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί μέσα από συνεργασίες με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, νηογνώμονες, ναυτιλιακές επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς.
Άλλωστε έτσι λειτουργεί σήμερα η ναυτιλιακή έρευνα παγκοσμίως.
Μέσα από συνεργασίες.
Μέσα από δίκτυα.
Μέσα από συνέργειες.
Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην παραγωγή αξιωματικών και στην παραγωγή έρευνας.
Είναι να καταφέρει να παράγει άριστους αξιωματικούς και ταυτόχρονα να δημιουργήσει σταδιακά τις προϋποθέσεις για ουσιαστική ναυτιλιακή έρευνα που θα υπηρετεί τις ανάγκες της ελληνικής ναυτιλίας.
Ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να τεθεί αφορά τη διάρθρωση των οργανικών θέσεων μέσα στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού.
Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα γνωστικών αντικειμένων όπως τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, η μετεωρολογία και οι λοιπές επιστήμες που υποστηρίζουν τη ναυτική εκπαίδευση.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν χρειάζονται.
Το ερώτημα είναι πώς κατανέμονται οι περιορισμένες θέσεις και οργανικές βαθμίδες ενός εξειδικευμένου ναυτικού ιδρύματος.
Παράλληλα, τίθεται και ένα δεύτερο ερώτημα:
Κατά πόσο το ισχύον σύστημα επιτρέπει την ουσιαστική αξιοποίηση στελεχών με εξαιρετικά υψηλή επαγγελματική διαδρομή στη θάλασσα και στη ναυτιλιακή βιομηχανία.
Διότι ένας Πλοίαρχος ή ένας Α΄ Μηχανικός με δεκαετίες υπηρεσίας, εμπειρία διοίκησης πλοίων, διαχείρισης στόλων, ναυπηγήσεων και τεχνικών διευθύνσεων διαθέτει γνώση εξαιρετικά πολύτιμη για τη ναυτική εκπαίδευση.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξισωθεί αυτή η διαδρομή με ένα διδακτορικό.
Το ζητούμενο είναι να αναζητηθούν θεσμικοί τρόποι ώστε αυτή η γνώση να μπορεί να αξιοποιείται ουσιαστικότερα μέσα στις εκπαιδευτικές δομές των ΑΕΝ.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερους ακαδημαϊκούς.
Χρειάζεται καλύτερα αξιοποιημένους ακαδημαϊκούς.
Δεν χρειάζεται λιγότερους ανθρώπους της θάλασσας.
Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους της θάλασσας να μεταφέρουν οργανωμένα την εμπειρία τους στις επόμενες γενιές.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται ένα σύστημα που να αναγνωρίζει ότι η ναυτική εκπαίδευση δεν μπορεί να οικοδομηθεί ούτε μόνο πάνω στους τίτλους ούτε μόνο πάνω στην εμπειρία.
Οφείλει να οικοδομηθεί πάνω στη συνεργασία τους.
Γιατί ο τελικός κριτής δεν είναι ούτε ο ακαδημαϊκός ούτε ο ναυτικός.
Ο τελικός κριτής είναι η ίδια η ναυτιλία.
Μετά από όλα όσα έχουν ειπωθεί για τις ΑΕΝ, τα ΚΕΣΕΝ, την ακαδημαϊκή αναβάθμιση, την έρευνα και την πιστοποίηση, παραμένει ένα θεμελιώδες ερώτημα:
Τι αξιωματικό θέλουμε τελικά να παράγουμε;
Η ναυτιλία δεν ζητά απλώς κατόχους τίτλων, διπλωμάτων ή πιστοποιητικών.
Ζητά ανθρώπους που μπορούν να αναλάβουν ευθύνη.
Ο Πλοίαρχος και ο Α΄ Μηχανικός δεν κρίνονται από τα χαρτιά που κατέχουν.
Κρίνονται από την κρίση τους.
Από την τεχνική τους επάρκεια.
Από την ικανότητά τους να διοικούν ανθρώπους.
Από την ικανότητά τους να διαχειρίζονται κινδύνους.
Από την ικανότητά τους να λειτουργούν αποτελεσματικά υπό πίεση.
Από την ικανότητά τους να προστατεύουν ανθρώπινες ζωές, πλοία, φορτία και περιβάλλον.
Η ναυτιλία απαιτεί επαγγελματίες με γνώσεις, υπευθυνότητα, ψυχραιμία και ηγετικές ικανότητες.
Ταυτόχρονα όμως, η σύγχρονη ναυτιλία απαιτεί ολοένα υψηλότερο επίπεδο τεχνικής κατάρτισης.
Οι απαιτήσεις της STCW αποτελούν το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο.
Όχι το ανώτατο.
Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να παράγει αξιωματικούς που καλύπτουν πλήρως τις διεθνείς απαιτήσεις, αλλά ταυτόχρονα να τους δίνει τη δυνατότητα να εξελίσσονται πέρα από αυτές.
Ο στόχος δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην επαγγελματική επάρκεια και στην ακαδημαϊκή εξέλιξη.
Ούτε ανάμεσα στη θάλασσα και στη γνώση.
Ούτε ανάμεσα στην εμπειρία και στην εκπαίδευση.
Ο στόχος είναι να δημιουργήσουμε αξιωματικούς που συνδυάζουν:
• τεχνική κατάρτιση,
• ναυτική κρίση,
• επαγγελματική υπευθυνότητα,
• διοικητικές ικανότητες,
• ψυχολογική ανθεκτικότητα,
• διάθεση για συνεχή εξέλιξη.
Γιατί τελικά ο καλύτερος αξιωματικός δεν είναι αυτός που διαθέτει τα περισσότερα χαρτιά.
Ούτε αυτός που διαθέτει απλώς τα περισσότερα χρόνια υπηρεσίας.
Είναι εκείνος που μπορεί να μετατρέπει τη γνώση, την εμπειρία και την κρίση του σε ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία του πλοίου.
Και αυτός είναι ο αξιωματικός που έχει ανάγκη η ελληνική ναυτιλία.
Η παρούσα τοποθέτηση δεν γεννήθηκε από μία μεμονωμένη διαφωνία ούτε από μία συγκυριακή αντιπαράθεση.
Προηγήθηκαν επί σειρά ετών δημόσιες παρεμβάσεις, προτάσεις και προβληματισμοί που κατατέθηκαν προς διάφορους φορείς της ναυτικής εκπαίδευσης και της ναυτιλιακής κοινότητας.
Πολλές από αυτές τις απόψεις κοινοποιήθηκαν δημόσια.
Άλλες διαβιβάστηκαν σε αρμόδιους φορείς και πρόσωπα.
Απευθύνθηκα κατά καιρούς σε ναυτιλιακά μέσα ενημέρωσης (ιστοσελίδες, εφημερίδες και περιοδικά), σε επαγγελματικούς φορείς, στην Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, σε υπηρεσίες της Πολιτείας, σε ναυτιλιακούς οργανισμούς και σε εκπροσώπους της ευρύτερης ναυτιλιακής κοινότητας, πάντοτε με διάθεση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων.
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντία ούτε κάτοχο της μοναδικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό επιδίωξα να ακούσω τεκμηριωμένες απόψεις, παρατηρήσεις και αντιρρήσεις πάνω στις θέσεις και τις προτάσεις που κατέθεσα.
Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της ΠΝΟ αποτελεί μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου κατατέθηκε συγκροτημένη θέση για το μέλλον της Ναυτικής Εκπαίδευσης.
Για τον λόγο αυτό και η παρούσα απάντηση δεν έχει χαρακτήρα αντιπαράθεσης.
Αποτελεί προσπάθεια συνέχισης ενός διαλόγου που οφείλει να διευρυνθεί.
Διότι η Ναυτική Εκπαίδευση δεν μπορεί να εξελιχθεί μέσα από σιωπές.
Η πρόοδος γεννιέται μέσα από τον διάλογο.
Μέσα από τη σύνθεση.
Μέσα από την τεκμηριωμένη διαφωνία.
Και κυρίως μέσα από τη διάθεση όλων των πλευρών να ακούσουν όσα ίσως δεν επιθυμούν να ακούσουν.
8. ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΤΙΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ
Μετά από όλα όσα έχουν ειπωθεί, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ένα:
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν.
Οφείλει να μελετά τις διεθνείς εξελίξεις.
Οφείλει να παρακολουθεί τις καλές πρακτικές.
Οφείλει να συνεργάζεται με πανεπιστήμια, ναυτικές ακαδημίες και διεθνείς οργανισμούς.
Οφείλει να εξελίσσεται.
Δεν οφείλει όμως να θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται πάντοτε έξω από τα σύνορά της.
Η Ελλάδα δεν είναι μία χώρα που αναζητά ναυτική ταυτότητα.
Διαθέτει τη μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο.
Διαθέτει ναυτική παράδοση αιώνων.
Διαθέτει πλοιάρχους, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς, ναυτιλιακά στελέχη και επιχειρήσεις που έχουν αποδείξει την αξία τους σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κατά τη διάρκεια των ετών που υπηρέτησα και υπηρετώ τη ναυτική εκπαίδευση, αλλά και πολύ νωρίτερα ως σπουδαστής και ως ναυτικός, διαπίστωσα πολλές φορές το ενδιαφέρον ξένων φορέων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και εκπροσώπων της διεθνούς ναυτιλίας να κατανοήσουν τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τον Έλληνα αξιωματικό να ξεχωρίζει.
Πού οφείλεται η επιτυχία του.
Πού οφείλεται η προσαρμοστικότητά του.
Πού οφείλεται η παρουσία του σε κορυφαίες θέσεις ευθύνης της παγκόσμιας ναυτιλίας.
Αυτό το ενδιαφέρον δεν πρέπει να το αγνοούμε.
Όπως εμείς μελετούμε τα ξένα συστήματα, έτσι οφείλουμε να μελετήσουμε και τα δικά μας δυνατά σημεία.
Η ελληνική ναυτική εκπαίδευση δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην εμπειρία και την ακαδημαϊκή γνώση.
Δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό.
Πρέπει να συνθέσει.
Πρέπει να αξιοποιήσει τους ανθρώπους της θάλασσας.
Πρέπει να αξιοποιήσει τους ακαδημαϊκούς.
Πρέπει να αξιοποιήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.
Πρέπει να αξιοποιήσει τα ΚΕΣΕΝ.
Πρέπει να αξιοποιήσει κάθε υγιή δύναμη που μπορεί να συμβάλει στην πρόοδο της ναυτικής εκπαίδευσης.
Η ποιοτική ναυτική εκπαίδευση δεν αποτελεί κόστος.
Αποτελεί επένδυση.
Επένδυση στην ασφάλεια.
Επένδυση στην ανταγωνιστικότητα.
Επένδυση στο μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.
Τα τελευταία χρόνια ακούμε συχνά ότι δυσκολευόμαστε να βρούμε Έλληνες αξιωματικούς.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παραίτηση.
Πρέπει να είναι η ενίσχυση της ελληνικής ναυτικής εκπαίδευσης.
Η προσέλκυση περισσότερων νέων στο ναυτικό επάγγελμα.
Η δημιουργία περισσότερων και καλύτερα εκπαιδευμένων αξιωματικών.
Διότι η πραγματική πρόκληση των επόμενων δεκαετιών δεν θα είναι μόνο η ποιότητα.
Θα είναι και η επάρκεια.
Η χώρα που διαθέτει την ισχυρότερη ναυτιλία του κόσμου δεν μπορεί να αδιαφορεί για το ποιος θα στελεχώσει τα πλοία της στο μέλλον.
Γι’ αυτό η ναυτική εκπαίδευση δεν αφορά μόνο τους σπουδαστές.
Δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς.
Δεν αφορά μόνο το Υπουργείο.
Δεν αφορά μόνο τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις.
Αφορά το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας.
Αφορά το μέλλον μιας εθνικής δύναμης που διατηρεί την Ελλάδα στην κορυφή του παγκόσμιου ναυτιλιακού χάρτη.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τη ναυτική εκπαίδευση δεν πρέπει να γίνεται με όρους αντιπαράθεσης.
Πρέπει να γίνεται με όρους ευθύνης.
Με όρους συνεργασίας.
Με όρους εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν.
Χρειάζεται να πιστέψει στις δικές της δυνάμεις.
Να αξιοποιήσει τη γνώση που ήδη διαθέτει.
Να επενδύσει στους ανθρώπους της.
Και να δημιουργήσει ένα σύγχρονο, διεθνώς αναγνωρισμένο και βαθιά ελληνικό μοντέλο ναυτικής εκπαίδευσης.
Ένα μοντέλο αντάξιο της ναυτιλίας που υπηρετεί.
Ένα μοντέλο αντάξιο των ανθρώπων της θάλασσας.
Ένα μοντέλο αντάξιο της Ελλάδας.
Για την «Κοινή Πλεύση»
Μπάλλας Αναστάσιος
Αρχιμηχανικός / Μηχανικός Α’ Τάξης Ε.Ν.
Επίκουρος Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
09 Ιουνίου 2026
Κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων της
Διεθνούς Έκθεσης από την 1η έως στις 5 Ιουνίου 2026 στις οποίες συμμετείχαν φορείς από όλο το πλέγμα της ναυτιλιακής βιομηχανίας αλλά και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι άλλων χωρών, με ιδιαίτερη ικανοποίηση ακούσαμε τις ομιλίες του Γενικού Γραμματέα του ΙΜΟArsenio Dominguez αλλά και του Υπουργού ΥΝΑΝΠ κ. Βασίλη Κικίλια οι οποίοι ήταν από τους ελάχιστους που έκαναν εκτενή αναφορά στον σημαντικό ρόλο των ναυτικών. Και δεν θα μπορούσε να μην είναι σημαντικός ο ρόλος τους γιατί χωρίς ναυτικούς δεν υπάρχει ναυτιλία και θαλάσσιες μεταφορές από αρχαιοτάτων χρόνων.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι ναυτικούς θέλουμε, και «πριν αλέκτωρ λαλήσει» η απάντηση ήρθε από τον συνήθη ύποπτο, το Ευγενίδειο Ίδρυμα. Και συγκεκριμένα, όπως είδαμε από δημοσιεύματα στον Τύπο, ο Πρόεδρος του Ευγενιδείου Ιδρύματος Λεωνίδας Δημητριάδης-Ευγενίδης, παρουσίασε «τη στρατηγική δέσμευση του Ιδρύματος για τον εκσυγχρονισμό της Ναυτικής Εκπαίδευσης και την προετοιμασία της επόμενης γενιάς ναυτικών», όπου μεταξύ άλλων «μαργαριταριών», μας ενημερώνει για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος εκπαίδευσης αξιολόγησης και πιστοποίησης των ναυτικών αγγλικών (Maritime English) σε συνεργασία με το Βρετανικό Συμβούλιο (British Council) αλλά και τον Ιταλικό Νηογνώμονα RINA.
Υπενθυμίζουμε για μια ακόμη φορά στο ΕυγενίδειοΊδρυμα, ότι οι Ακαδημίες Ε.Ν. ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου οι σπουδαστές εισάγονται με τη διαδικασία των πανελλήνιων εξετάσεων. Οι καθηγητές που τους διδάσκουν όλα τα μαθήματα αλλά και τα Αγγλικά, είναι αυτοί που πιστοποιούν τους μαθητές.
Πληροφορούμε το Ευγενίδειο Ίδρυμα σε περίπτωση που το αγνοεί, ότι τα ναυτικά αγγλικά στις ΑΕΝ δεν αποτελούν βοηθητικό μάθημα ξένης γλώσσας όπως στα υπόλοιπα ΑΕΙ, αλλά αντιθέτως, είναι βασικό μάθημα, το μοναδικό που διδάσκεται και εξετάζεται στο σύνολο των εκπαιδευτικών εξαμήνων. Η διδακτέα ύλη δε, καθορίζεται ρητά από τα οικεία model courses του ΙΜΟ. Οι καθηγητές που τα διδάσκουν, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών κύκλων από Ελληνικά Πανεπιστήμια ή αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής.
Για μια ακόμη φορά, το Ευγενίδειο Ίδρυμα προσπαθεί να υποβαθμίσει τη Δημόσια Ναυτική Εκπαίδευση, όπως άλλωστε έκανε και με την περίφημη μελέτη του με την οποία οι σπουδαστές που επιτυχώς αποφοιτούσαν από τις ΑΕΝ θα εντάσσονταν στο εθνικό πλαίσιο προσόντων επιπέδου 5, δηλ. ισότιμο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης!
Είναι τουλάχιστον γελοίο και στερείται οποιασδήποτε σοβαρότητας, ότι το Βρετανικό Συμβούλιο θα πιστοποιεί τους σπουδαστές των ΑΕΝ. Και ακριβώς επειδή δεν μπορεί να το κάνει, βάζουν στη μέση το άλλο ιδιωτικό μαγαζί, τον Ιταλικό Νηογνώμονα, να πιστοποιήσει τα ναυτικά αγγλικά των σπουδαστών που φοιτούν σε σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ελλάδας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, με την πρόταση του το Ευγενίδειο Ίδρυμα αμφισβητεί ευθέως την επάρκεια των καθηγητών των ΑΕΝ.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Ευγενίδειο Ίδρυμα πέρα από τη βιβλιογραφία, δεν μπορεί και δεν θέλει να συμβάλει θετικά για την αναβάθμιση της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Και το ερώτημα που μένει να απαντηθείείναι: με πόσα χρήματα έχει επιδοτηθεί συνολικά όλα αυτά τα χρόνια, γιατί από ό,τι βλέπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα, γίνεται λόγος για πάρτι 5,9 εκατομμυρίων ευρώ μέσω ΕΣΠΑ. Και ποια είναι η έμπρακτη προσφορά του στην αναβάθμιση της Ναυτικής Εκπαίδευσης που τόσο πολύ επικαλείται, ύστερα από όλα αυτά τα χρήματα που έχουν απορροφηθεί.
Η Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία μετά το Παν-Ναυτικό της Συνέδριο που θα διεξαχθεί στις 12 Ιουνίου 2026, θα ασχοληθεί πιο επισταμένα με το θέμα της Ναυτικής Εκπαίδευσης και της προσέλκυσης των νέων στο ναυτικό επάγγελμα. Ένα ναυτικό επάγγελμα, το οποίο από την αρχή της εισαγωγής στην εκπαίδευση, στην μετεκπαίδευση και στον επαγγελματικό βίο, θα αποδίδει στους ναυτικούς αυτό που πραγματικά αξίζουν.
Για την Π.Ν.Ο.
Ο Γενικός Γραμματέας
Capt. Εμμ. Τσικαλάκης


No comments:
Post a Comment